Ο τίτλος του βιβλίου που επιλέξατε είναι:
ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Σ. ΣΤΑΜΑΤΗ ΓΕΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ Β´ ΛΥΚΕΙΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΔΙΔΑΚΤΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΑΘΗΝΑΙ 1967
Ο συγγραφέας είναι:
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Σ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ
Ὁ ἄνθρωπος, χάρις εἰς τὰς πνευματικὰς ἱκανότητας διὰ τῶν ὁποίων ἔχει προικισθῆ ὑπὸ τοῦ Θείου Δημιουργοῦ, ἐπιθυμεῖ ὅπως ἑρμηνεύσῃ τὴν ἐπὶ τῆς γῆς ὕπαρξίν του, καὶ ἀνέκαθεν, καθ’ ὅσον τοὐλάχιστον γνωρίζομεν ἐκ τῆς παραδόσεως, ᾐσθάνετο τὸν ἑαυτόν του ὡς αἴνιγμα. Ἐκτὸς τῶν πνευματικῶν χαρισμάτων, οὗτος διαφέρει οὐσιωδῶς τῶν ἄλλων ζῴων καὶ κατὰ τὰ σωματικὰ αὐτοῦ γνωρίσματα. Εἰδικώτερον, ἡ ἔκφρασις τῶν διανοημάτων αὐτοῦ διὰ τῆς γλώσσης καὶ αἱ πνευματικαὶ του δημιουργικαὶ ἱκανότητες καθιστῶσι τοῦτον σαφῶς ἀνώτερον πάντων τῶν ζῴων. Εἰς τὴν γλῶσσαν βασίζεται μία ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων ἰδιοτήτων τοῦ ἀνθρώπου, ἡ παράδοσις. Ὁ ἄνθρωπος ζῇ ἐκ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ἀποκομίσει αἱ προηγούμεναι γενεαί. Ἡ παράδοσις περιλαμβάνει τὴν ἱκανότητα τῆς ἐνσυνειδήτου ἐξετάσεως καὶ ἐρεύνης τοῦ παρελθόντος αὐτοῦ. Ἡ ἀνθρωπίνη ὑπόστασις ἀντικατοπτρίζεται εἰς τὸ πολλαπλοῦν καὶ τὸ πολύμορφον τῶν διαφόρων πολιτισμῶν. Ἡ ὕπαρξις φυσικοῦ πολιτισμοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδειχθῇ, ὡς ἐπίσης εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι κοινωνικὸν ζῷον. Ὁ δρόμος του ἐντὸς τῶν μεταβαλλομένων (ἢ καταστρεφομένων) πολιτισμῶν χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὰς ἐπιμόνους προσπαθείας του, ἀπὸ τὰς πλάνας, τὰς ἐπιτυχίας, τὰς ἀποτυχίας καὶ τὰς νέας ἐπιτυχίας. Ὡς φυσικὸν αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος τὸν τρόπον τῆς ζωῆς του, ὅταν οὗτος δημιουργηθῇ ἕνεκα συνηθείας καὶ διαρκείας. Ἡ ἔρευνα ὅμως τοῦ πολιτισμοῦ ἔχει ἀποδείξει ὅτι οὐδεμία μορφὴ τῆς οἰκογενείας, οὐδεμία μορφὴ τῆς οἰκονομίας ἢ τῆς τέχνης ἢ τῆς ἀπονομῆς τοῦ δικαίου εἶναι φυσικωτέρα τῆς ἄλλης. Εἰς ἕκαστον τόπον πᾶσα πολιτιστικὴ ἐκδήλωσις θεωρεῖται ὡς ἀνθρωπίνη καὶ φυσική. Γενικαὶ ἀποφάνσεις περὶ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι δυνατὸν νὰ διατυπωθῶσι μόνον ὀλίγαι. Τοιαῦται εἶναι:Δὲν ὑπάρχει ἀνθρωπίνη κοινωνία ἄνευ μορφῆς τινος θρησκείας, ἄνευ μορφῆς τινος οἰκογενείας, ἄνευ οἰκονομικοῦ τινος συστήματος. Παντοῦ ἀνευρίσκομεν συμβολικὴν παράστασιν νοημάτων καὶ τάσιν πρὸς καλλιτεχνικὴν ἔκφρασιν: εἰς τὸν χορόν, τὴν ποίησιν, τὰς εἰκαστικὰς τέχνας, τὴν μυθολογίαν κλπ. Τὸ περιεχόμενον ὅμως καὶ ὁ τρόπος ἐκφράσεως τῶν ἐνσωματικῶν λογισμῶν καὶ τῶν συναισθημάτων εἶναι ποικίλα, τόσον εἰς τοὺς διαφόρους ἀνθρώπους, ὅσον καὶ εἰς τὰς ἀνθρωπίνας ὁμάδας.
Ἀπὸ ἐπόψεως φυσικῆς ἐξεταζόμενος ὁ ἄνθρωπος, παρουσιάζει μεγάλην προσαρμοστικὴν πρὸς τὸ περιβάλλον ἱκανότητα. Μόνον ὁ ἄνθρωπος ἐξ ὅλων τῶν ζῴων εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσῃ εἰς ὅλα τὰ κλίματα τῆς γῆς. Δύναται νὰ ζήσῃ καὶ εἰς τὰς περὶ τοὺς πόλους περιοχὰς καὶ εἰς τὰς περὶ τὸν ἰσημερινόν.
Ἡ ἀνθρωπογεωγραφία , ἡ καὶ γεωγραφία τοῦ πολιτισμοῦ λεγομένη, κατευθύνει τὴν ἔρευναν αὐτῆς εἰς τὸν ἄνθρωπον, τουτέστιν ἐξετάζει αὐτὸν εἰς τὰς σχέσεις του πρὸς τὸν γεωγραφικὸν χῶρον, τὸ μὲν ἀπὸ ἐπόψεως πολιτιστικῆς, τὸ δὲ ἀπὸ ἐπόψεως οἰκονομικῆς.
Αρχή ΚεφαλαίουὉ ἄνθρωπος καὶ τὸ περιβάλλον αὐτοῦ . Τὰ στοιχεῖα τῆς γῆς, τὰ ὁποῖα ἐπηρεάζουσι τὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι τὸ ἔδαφος , τὰ ὕδατα , τὸ κλίμα , τὰ φυτὰ καὶ τὰ ζῷα .
Τὸ ἔδαφος . Ἡ μορφολογία τοῦ ἐδάφους ἀσκεῖ μεγάλην ἐπίδρασιν εἰς τὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου. Αἱ καλλιέργειαι γενικῶς ἐξαρτῶνται καὶ ἐπηρεάζονται πολὺ ἐκ τοῦ πεδινοῦ ἢ ὀρεινοῦ ἐδάφους. Ἀπασχολήσεις συναφεῖς πρὸς τὴν ἐξόρυξιν μεταλλευμάτων δημιουργοῦσιν ἰδιαιτέρας συνθήκας διαβιώσεως αὐτοῦ. Καὶ ἡ διάπλασις τοῦ χαρακτῆρος τοῦ ἀνθρώπου ὑπόκειται εἰς τὴν ἐπίδρασιν τῆς μορφῆς τοῦ ἐδάφους. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι ἀπόλυτον, διότι εἰς τὴν διαμόρφωσιν τοῦ ἀνθρωπίνου χαρακτῆρος ὑπεισέρχονται καὶ ἄλλοι παράγοντες, ὅπως εἶναι ἡ ἀγωγή, ἡ κληρονομικότης κλπ.
Τὰ ὕδατα . Ὁ ἄνθρωπος ὁ διαβιῶν ἐγγὺς ποταμῶν, λιμνῶν ἢ τῆς θαλάσσης, διαμορφοῦται εἰς προσωπικότητα παρουσιάζουσαν πολλὰς ψυχολογικὰς διαφορὰς ἐν σχέσει πρὸς τὸν διαβιοῦντα εἰς τὰ ὀρεινὰ ἢ πεδινὰ ἐδάφη. Ταξιδεύων διὰ θαλάσσης πρὸς κάλυψιν τῶν βιοτικῶν αὐτοῦ ἀναγκῶν ὁ ἄνθρωπος γίνεται ῥιψοκίνδυνος, ἀποφασιστικός, λίαν δραστήριος καὶ ἐπινοητικός. Ἡ ἀνάπτυξις τοῦ πολιτισμοῦ ὀφείλει πολλὰ εἰς τοὺς ἀνθρώπους τῆς ναυσιπλοΐας. Καὶ κατὰ τὴν ἀρχαιότητα ἀκόμη αἱ μεγαλύτεραι πόλεις εἶχον κτισθῆ πλησίον ποταμῶν ἢ παραθαλασσίων περιοχῶν. Ἀναφέρομεν ἐκ τούτων τὰς παρὰ τὸν ποταμὸν Νεῖλον πόλεις τῆς Αἰγύπτου Συήνην, Θήβας, Μέμφιδα, Ἡλιούπολιν καὶ τὰς παρὰ τὸν Εὐφράτην καὶ Τίγρητα ποταμὸν πόλεις τῆς Μεσοποταμίας Οὔρ, Οὐρούκ, Νιππούρ, Βαβυλῶνα, Νινευΐ. Πλησίον τῆς θαλάσσης ἐκτίσθησαν αἱ Ἀθῆναι, ἡ ῾Ρώμη, ἡ Καρχηδών, τὸ Βυζάντιον, ἡ Σιδών, ἡ Τύρος, ἡ Σμύρνη, ἡ Ἀλεξάνδρεια. Ἀλλὰ καὶ σήμερον παρατηροῦμεν ὅτι αἱ περισσότεραι ἐκ τῶν μεγαλυτέρων πόλεων τοῦ κόσμου εἶναι ἐκτισμέναι εἰς παραποταμίας ἢ παραθαλασσίας περιοχάς. Τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ διαβίωσις μεγάλου ἀριθμοῦ ἀνθρώπων εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένη πρὸς τὰ ὕδατα τῶν ποταμῶν, τῶν θαλασσῶν καὶ τῶν λιμνῶν. Ἡ θάλασσα παρέχει ἄφθονον καὶ εὐθηνὴν τροφὴν καὶ διευκολύνει τὴν πυκνὴν ἐπικοινωνίαν ἀνθρώπων διαβιούντων εἰς μεγάλην ἀπ’ ἀλλήλων ἀπόστασιν.

Τὸ κλίμα . Τοῦτο ἀσκεῖ μεγάλην ἐπίδρασιν εἰς τὴν διαβίωσιν τοῦ ἀνθρώπου. Ἀναλόγως τοῦ κλίματος ῥυθμίζεται ἡ οἰκονομικὴ ζωὴ αὐτοῦ. Ὁ τρόπος τῆς κατοικίας, τῆς ἐνδυμασίας καὶ τῆς τροφῆς τοῦ ἀνθρώπου ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὰς κλιματολογικὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας οὗτος διαβιοῖ. Πολὺ διάφορος εἶναι ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων τῆς τροπικῆς ζώνης συγκρινομένη πρὸς τὴν ζωὴν τῶν ἀνθρώπων τῆς εὐκράτου καὶ τῆς πολικῆς ζώνης.
Τὰ φυτὰ καὶ τὰ ζῷα . Ταῦτα ἐπηρεάζουσι τὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου, διότι ἐξ αὐτῶν λαμβάνει τὴν τροφήν, τὴν ἐνδυμασίαν καὶ τὴν ξυλείαν διὰ τὴν στέγην καὶ ἄλλας ἀνάγκας αὐτοῦ.
Ἡ ἐπίδρασις τοῦ άνθρώπου ἐπὶ τῆς φύσεως. Ἡ ἀνάπτυξις τοῦ πολιτισμοῦ ὡδήγησε τὸν ἄνθρωπον νὰ ἐπιφέρῃ μεταβολὰς εἴς τινα τῶν φυσικῶν στοιχείων ὑπὸ τὰ ὁποῖα οὗτος διαβιοῖ. Ἡ ἀποξήρανσις ἑλωδῶν ἐκτάσεων, ἡ κατασκευὴ γεφυρῶν, σηράγγων, ὑδατοφρακτῶν, διωρύχων καὶ ἄλλων μεγάλων ἔργων, καταδεικνύουσι τὴν ἐπίδρασιν τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ὁ ἄνθρωπος εἰς τὸ περιβάλλον τῆς διαβιώσεως αὐτοῦ. Πάντα τὰ ἔργα ταῦτα διευκολύνουσι τὰς συνθήκας τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ἰθαγενῆ φυτὰ ὡρισμένων περιοχῶν τῆς γῆς μετεφύτευσεν οὗτος εἰς ἄλλας περιοχὰς καὶ οὕτω, τὸ μὲν ηὔξησε τὴν δυνατότητα διατροφῆς μεγάλου ἀριθμοῦ ἀνθρώπων, τὸ δὲ ἐνίσχυσε τὴν γενικὴν οἰκονομικὴν κίνησιν (σῖτος, ὄσπρια, γεώμηλα, καπνός, καφέα κλπ.). Χρησιμοποιεῖ μηχανικὰ μέσα διὰ τὰς καλλιεργείας, λιπάσματα καὶ ἐκλεκτοὺς σπόρους. Εἰσέδυσεν εἰς βάθος πλέον τῶν 6.000 μέτρων ἐντὸς τοῦ στερεοῦ φλοιοῦ τῆς γῆς, ὁπόθεν λαμβάνει τὰ μεταλλεύματα, τὸν ἄνθρακα καὶ τὸ πετρέλαιον, ἀπαραίτητα μέσα τῆς συγχρόνου διαβιώσεως. Διηρεύνησε τὰς πολικὰς περιοχὰς καὶ ἐγκατέστησεν αὐτόθι σταθμοὺς μετεωρολογικοὺς πρὸς σπουδὴν τῶν ἀτμοσφαιρικῶν μεταβολῶν. Ἐπιχειρεῖ ἔργα ἀρδεύσεως εἰς ἐρημικὰς περιοχὰς τῆς γῆς, ἵνα καταστήσῃ ταύτας ὠφελίμους δι’ αὐτόν. Ἐξ ὅλων τῶν ἀνωτέρω ἐνεργειῶν τοῦ ἀνθρώπου εἶναι καταφανὴς ἡ ἐπίδρασις αὐτοῦ ἐπὶ τὴν διαμόρφωσιν ὡρισμένων γεωγραφικῶν στοιχείων, ἅτινα ἐπηρεάζουσι τὴν ζωήν του.
Αρχή ΚεφαλαίουἩ ἐποχὴ καθ’ ἣν ἡ ζωὴ τῆς ἀνθρωπότητος τεκμηριοῦται διὰ γραπτῶν μνημείων καὶ ἄλλων συναφῶν ἀρχαιολογικῶν εὑρημάτων, ὀνομάζεται ἱστορικὴ ἐποχή. Ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἱστορικῆς ἐποχῆς καὶ ἐντεῦθεν ὁ ἄνθρωπος ὀνομάζεται ἱστορικὸς ἄνθρωπος. Ἡ ἐποχὴ ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς μέχρι τῶν ἀρχῶν τῆς ἱστορικῆς ἐποχῆς ὀνομάζεται προϊστορικὴ ἐποχή, ὁ δὲ ἄνθρωπος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὀνομάζεται προϊστορικὸς ἄνθρωπος. Ἡ ἱστορικὴ ἐποχὴ δὲν εἶναι ἡ αὐτὴ δι’ ὅλους τοὺς λαούς. Διὰ τὴν Ἑλλάδα ἡ ἔναρξις τῆς ἱστορικῆς ἐποχῆς τοποθετεῖται, μετὰ τὴν εὕρεσιν τῶν Ἀρχείων τῶν διαφόρων μυκηναϊκῶν ἀνακτόρων καὶ τὴν ἀποκρυπτογράφησιν τῆς μυκηναϊκῆς γραφῆς, κατόπιν τῶν ἀρχαιολογικῶν εὑρημάτων τῆς Πύλου, περὶ τὸ 1400 π.Χ. (ἀνασκαφαὶ 1956-1957 ὑπὸ τοῦ Ἕλληνος ἀρχαιολόγου Σπ. Μαρινάτου καὶ τοῦ Ἀμερικανοῦ Ch. Blegen). Διὰ τὴν Μεσοποταμίαν καὶ τὴν Αἴγυπτον ἡ ἔναρξις τῆς ἱστορικῆς ἐποχῆς ἀνάγεται εἰς τὴν τρίτην περίπου χιλιετηρίδα π.Χ. Εἶναι εὐνόητον ὅτι τὰ ἐκ τῶν ἀρχαιολογικῶν ἀνασκαφῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Βοιωτίας (Ὀρχομενοῦ καὶ Χαιρωνείας) εὑρήματα εἶναι δυνατὸν νὰ μεταθέσωσι τὴν ἔναρξιν τῆς ἱστορικῆς ἐποχῆς τῆς Ἑλλάδος χιλιάδας τινὰς ἔτη πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἱστορικῆς ἐποχῆς τῆς Μεσοποταμίας καὶ τῆς Αἰγύπτου.
Ἡ ζωὴ τοῦ πρωτογόνου ἀνθρώπου. Ὁ πρωτόγονος ἄνθρωπος διῆγε βίον ὅμοιον πρὸς τὸν βίον τῶν ζῴων. Τὸ σῶμα του ἐκαλύπτετο ὑπὸ τριχῶν, αἵτινες ἀπετέλουν τὸ φυσικὸν αὐτοῦ ἔνδυμα. Ἡ τροφή του συν ίστατο ἐκ καρπῶν καὶ φύλλων. Μόνιμον κατοικίαν οὗτος δὲν εἶχε. Κοινὴν ζωὴν διῆγον μόνον τὰ μέλη μιᾶς οἰκογενείας ἢ καὶ τὰ μέλη συγγενικῶν οἰκογενειῶν. Ἐν τῇ ἀναζητήσει τῆς τροφῆς του, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰς ὥρας τῆς ἀναπαύσεώς του, ὁ πρωτόγονος ἄνθρωπος διέτρεχε μεγάλους κινδύνους ἐκ μέρους τῶν σαρκοφάγων ζῴων καὶ τῶν δηλητηριωδῶν ἑρπετῶν. Ὅπλα πρὸς ἄμυναν αὐτοῦ κατὰ τῶν κινδύνων τούτων διέθετε τοὺς ὀδόντας του, τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας του καὶ κλάδους δένδρων καὶ λίθους. Ἀλλὰ καὶ ἄλλους κινδύνους διέτρεχεν ὁ ἄνθρωπος, ἐκ τῶν στοιχείων τῆς φύσεως (βροχῶν, χιόνων, καυμάτων, ψύχους), ἐναντίον τῶν ὁποίων ἠμύνετο ποικιλοτρόπως. Ἡ συνεννόησις μεταξὺ τῶν πρωτογόνων ἀνθρώπων εἶναι ἄγνωστον πῶς ἐγίνετο. Ὑποτίθεται ὅτι αὕτη ἐγίνετο διὰ νευμάτων, ἐφ’ ὅσον ἡ γλῶσσα ἐβράδυνε πολὺ νὰ ἐπινοηθῇ καὶ ἀναπτυχθῇ. Μὲ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου ὁ πρωτόγονος ἄνθρωπος ἐγκατεστάθη εἰς διάφορα σπήλαια, ἅτινα ἐχρησιμοποίει ὡς μόνιμον αὑτοῦ κατοικίαν ἢ κατεσκεύασεν ἐπὶ πασσάλων καλύβας εἰς τὰς ὄχθας ποταμῶν ἢ λιμνῶν ἢ εἰς τὰς ἀκτὰς τῆς θαλάσσης, διὰ τῶν ὁποίων ἐπροστατεύετο κατὰ τῶν διαφόρων ζῴων καὶ τῶν καιρικῶν μεταβολῶν. Ἐκτὸς τῶν σπηλαίων καὶ τῶν παρὰ τὰς παραλίας καλυβῶν, εἶχε μόνιμον κατοικίαν ὁ πρωτόγονος ἄνθρωπος ἐντὸς ὀπῶν (εἰς τρώγλας), τὰς ὁποίας οὗτος διήνοιγε διὰ ξύλων καὶ λίθων εἰς πλαγιὰς λόφων. Οἱ ἄνθρωποι οἱ διαβιοῦντες εἰς τρώγλας ὠνομάσθησαν τρωγλοδύται. Ἡ διαβίωσις ἀνθρώπων εἰς τὰ σπήλαια καὶ τὰς τρώγλας χαρακτηρίζεται ὡς ἀφετηρία τῆς δημιουργίας τῶν πρώτων οἰκισμῶν τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῶν πρώτων στοιχείων τοῦ πολιτισμοῦ. Περὶ τῆς διαβιώσεως τοῦ πρωτογόνου ἀνθρώπου εἰς τὰ σπήλαια πληροφορούμεθα ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων διαφόρων ἐρευνῶν ὑπὸ εἰδικῶν σπηλαιολόγων. Κατὰ τὰς ἐρεύνας ταύτας παρετηρήθησαν ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν τοιχωμάτων σπηλαίων ἀτελεῖς ἀπεικονίσεις ζῴων γενόμεναι διὰ χαράξεως δι’ αἰχμηρῶν λίθων. Αὗται ἀνάγονται εἰς πολὺ παλαιὰν ἐποχήν, ἡ ὁποία τοποθετεῖται δεκάδας ἢ ἑκατοντάδας τινὰς χιλιάδων ἐτῶν π.Χ. Ἐν ᾧ πολλοὶ πρωτόγονοι ἄνθρωποι διεβίουν εἰς τὰ σπήλαια καὶ τὰς τρώγλας, ἄλλοι ἐκ τούτων ἔζων μὴ ἔχοντες μόνιμον τόπον διαμονῆς. Οὗτοι διενυκτέρευον εἰς διαφόρους κοιλότητας τοῦ ἐδάφους, τὰς ὁποίας ἀνεύρισκον ἐν ᾧ διέτρεχον μεγάλας ἀποστάσεις πρὸς ἀναζήτησιν τῆς τροφῆς των. Ἡ τοιαύτη ζωὴ ὀνομάζεται νομαδικὴ καὶ οἱ οὕτω διαβιοῦντες ἄνθρωποι καλοῦνται νομάδες. Ὑπολείμματα τοιούτων νομάδων θεωροῦνται ὑπὸ ἐνίων ἀνθρωπολόγων οἱ σημερινοὶ Ἀθίγγανοι.

Τὰ πολιτιστικὰ ἐπιτεύγματα τοῦ ἀνθρώπου κατεκτήθησαν μὲ κόπους καὶ ἱδρῶτα. Πρὸς εὐκολωτέραν σπουδὴν ἡ ἐπιστήμη ἔχει διαχωρίσει εἰς ἐποχὰς τὰ χρονικὰ διαστήματα ἐντὸς τῶν ὁποίων συνετελέσθησαν καὶ ἀνεπτύχθησαν ταῦτα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐργαλείων καὶ τῶν ὅπλων, τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοποίησεν ὁ ἄνθρωπος. Εἶναι αὐτονόητον, ὅτι ἡ ἔκτασις τῶν χρονικῶν τούτων διαστημάτων δὲν δύναται νὰ καθο ρισθῇ ἐπακριβῶς, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχουσι τὰ πρὸς τοῦτο γραπτὰ στοιχεῖα ἢ ἐπαρκῆ ἀρχαιολογικὰ τεκμήρια. Αἱ ἐποχαὶ εἰς ἅς διαχωρίζεται ὁ χρόνος καθ’ ὃν ὁ ἄνθρωπος ἐδημιούργησε τὸν πολιτισμόν, ὀνομάζονται καὶ ἡλικίαι τῆς ἀνθρωπότητος. Τοιαῦται εἶναι:
Ι. Ἡ Λιθικὴ ἐποχὴ. Ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος διὰ ν’ ἀμύνηται κατὰ τῶν ζῴων τὰ ὁποῖα κατεσπάρασσον αὐτόν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῶν ἐπιδρομῶν ἄλλων ἀνθρώπων, ἐπενόησε καὶ κατεσκεύασεν ἁπλᾶ ὅπλα ἐκ ξύλων καὶ λίθων. Τὸν λίθον ἐχρησιμοποίησεν ὁ ἄνθρωπος καὶ διὰ τὴν κατασκευὴν λιθίνων ἐργαλείων. Ἡ ἐποχὴ, καθ’ ἣν ὁ ἄνθρωπος χρησιμοποιεῖ τὸν λίθον ὡς ὅπλον καὶ ἐργαλεῖον, ὀνομάζεται λιθικὴ ἐποχὴ. Τὰ πρῶτα λίθινα ἐργαλεῖα καὶ ὅπλα ἦσαν λίαν ἀτελῆ. Ἀναλόγως τῆς δεξιοτεχνίας μεθ’ ἧς εἶναι κατασκευασμένα τὰ ἐκ λίθου ἐργαλεῖα καὶ ὅπλα, ἡ λιθικὴ ἐποχὴ διαχωρίζεται εἰς τρεῖς ὑποδιαιρέσεις: εἰς τὴν παλαιολιθικήν , εἰς τὴν μεσολιθικὴν καὶ εἰς τὴν νεολιθικήν .

Ἡ παλαιολιθικὴ ἐποχὴ . Ἡ παλαιολιθικὴ ἐποχὴ ὑποδιαιρεῖται εἰς δύο τμήματα: εἰς τὴν κατωτέραν παλαιολιθικὴν καὶ εἰς τὴν ἀνωτέραν ἢ νεωτέραν παλαιολιθικὴν ἐποχὴν. Ἡ ἔναρξις τῆς κατωτέρας παλαιολιθικῆς ἐποχῆς τοποθετεῖται ἑκατοντάδας τινὰς χιλιάδων ἢ δεκάδας χιλιάδων ἐτῶν π.Χ. Τὰ εἴδη τοῦ ἀνθρώπου τῆς μακροτάτης ταύτης περιόδου, ἀναλόγως τῶν γνωρισμάτων, ἰδίως τοῦ κρανίου, ὀνομάζονται: ἀρχάνθρωποι, παλαιάνθρωποι, νεάνθρωποι . Κατὰ τὴν κατωτέραν παλαιολιθικὴν ἐποχὴν ἐδημιουργήθησαν αἱ βάσεις τοῦ ἀνθρωπίνου πολιτισμοῦ. Ὑποστηρίζεται ὅτι περὶ τὸ τέλος τῆς ἐποχῆς ταύτης ἀνεκαλύφθη ὁ πυρόλιθος (τσακμακόπετρα) καὶ ἡ πυρά . Τὴν τροφὴν ἐπρομηθεύετο ὁ ἄνθρωπος ἐκ συλλογῆς καρπῶν καὶ φύλλων καὶ ἐκ τοῦ κυνηγίου. Εἰς τὴν ἀνωτέραν παλαιολιθικὴν ἐποχὴν τοποθετεῖται ὁ σοφὸς καλούμενος ἄνθρωπος (Homo Sapiens). Ἡ τεχνικὴ τοῦ πυρολίθου ἔχει φθάσει εἰς τὸ ἀκρότατον σημεῖον τελειότητος. Νέα ἐργαλεῖα κατασκευάζονται ἐξ ὀστῶν, ξύλων, λίθων καὶ κεράτων. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην ἐπενοήθη τὸ τόξον καὶ τὰ βέλη καὶ διηυκολύνθη πολὺ τὸ κυνήγιον. Τινὲς ὑποδιαιροῦσι τὴν ἀνωτέραν παλαιολιθικὴν ἐποχὴν εἰς διαφόρους βαθμίδας, ὡς τὴν Ὠρινάκιον , τὴν Σολουτραίαν καὶ τὴν Μαγδαληναίαν (ἐκ γαλλικῶν τοπωνυμίων).
Τὰ χρονικὰ διαστήματα εἰς τὰ ὁποῖα κατανέμεται ἐν γένει ἡ παλαιολιθικὴ ἐποχὴ καὶ τὰ χαρακτηριστικὰ ζῷα τῶν χρόνων τούτων εἶναι τὰ κάτωθι:
| Πλειστόκαινος γεωλογικὴ περίοδος, μέχρι περίπου τῆς ἐποχῆς τῆς ἐνάρξεως τῶν παγετώνων. | 1.000.000-590.000 ἔτη π.Χ. |
| Ἐμφάνισις τοῦ ῥινοκέρωτος τῆς Ἰταλίας καὶ τοῦ ἐλέφαντοςτῶν νοτίων χωρῶν. | 540.000 » |
| Ἐμφάνισις τοῦ ἐλέφαντος τῶν στεππῶν. | 420.000 » |
| Ἐμφάνισις τῶν Μαμμοὺθ (ἐλέφας Primigenius). | 240.000 » |
| Ἐμφάνισις τοῦ ἐλέφαντος τῶν δασῶν. | 180.000 » |
| Ἐμφάνισις τῆς ἄρκτου τῶν σπηλαίων. | 120.000 » |
Ἀπὸ τοῦ ἔτους 120.000 μέχρι τοῦ 12.000 π.Χ. τοποθετεῖται ἡ ἀνωτέρα ἢ νεωτέρα παλαιολιθικὴ ἐποχὴ (Homo Sapiens). Ὁ ἄνθρωπος ζῇ ἤδη εἰς οἰκισμοὺς καὶ ἔχει ἀρχίσει νὰ καλλιεργῇ τὴν γῆν. Περὶ τὸ 20.000 π.Χ. θεωρεῖται ὅτι ἔγινεν ἡ ἐξημέρωσις τῶν κατοικιδίων ζῴων, τοῦ κυνός, τοῦ ἵππου καὶ τοῦ ὄνου.
Ἡ μεσολιθικὴ ἐποχὴ. Ἡ ἔναρξις τῆς ἐποχῆς ταύτης τοποθετεῖται περὶ τὸ τέλος τῆς ἐποχῆς τῶν παγετώνων (περὶ τὸ 12.000 π.Χ.). Ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου συνεχίζεται ὅπως καὶ κατὰ τὸ τέλος τῆς ἀνωτέρας παλαιολιθικῆς ἐποχῆς. Τὰ ἐργαλεῖα ἐκ λίθου, ὀστῶν καὶ κεράτων τελειοποιοῦνται ὡς ἐπίσης καὶ τὸ τόξον ὡς ὅπλον. Ἡ ἀπεικόνισις ζῴων εἰς τὰ τειχώματα σπηλαίων, ἡ ὁποία ἤρχισε κατὰ τὴν ἀνωτέραν παλαιολιθικὴν ἐποχήν, συνεχίζεται, τελειοποιουμένη κατὰ τὸ δυνατόν, καὶ κατὰ τὴν μεσολιθικὴν ἐποχὴν. Οἱ νεκροὶ θάπτονται ἐγγὺς τῶν οἰκισμῶν εἰς νεκροταφεῖα, ἐν ᾧ τοῦτο δὲν συνέβαινε κατὰ τὴν παλαιολιθικὴν ἐποχὴν. Πολλοὶ ἐπιστήμονες δὲν θεωροῦσι τὴν μεσολιθικὴν ἐποχὴν ὡς ἰδιαιτέραν ἡλικίαν τῆς ἀνθρωπότητος, ἀλλὰ ὡς συνέχειαν καὶ προέκτασιν τῆς ἀνωτέρας παλαιολιθικῆς ἐποχῆς.
Ἡ νεολιθικὴ ἐποχὴ . Κατὰ ταύτην συνεχίζεται καὶ ἀναπτύσσεται ὁ τρόπος διαβιώσεως τοῦ ἀνθρώπου εἰς οἰκισμούς. Ἐπίσης ἀναπτύσσεται ἡ καλλιέργεια τῶν δημητριακῶν φυτῶν καὶ τῶν καρποφόρων δένδρων. Αἱ πρῶται μετακινήσεις πληθυσμῶν πρὸς εὕρεσιν καλυτέρων τόπων καλλιεργείας θεωρεῖται ὅτι ἤρχισαν κατὰ τὴν νεολιθικὴν περίοδον. Αἱ ἐκ ξύλου κατασκευαζόμεναι οἰκίαι χωρίζονται εἰς διάφορα διαμερίσμα τα. Ἡ κεραμευτικὴ τέχνη εἶναι παντοῦ ἀνεπτυγμένη. Τὸ ἐμπόριον μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ἔχει ἤδη ἀρχίσει. Τὰ μουσεῖα τῆς Χαιρωνείας καὶ τῆς Κορίνθου γέμουσιν εὑρημάτων τῆς νεολιθικῆς ἐποχῆς, ἅτινα τοποθετοῦνται περὶ τὰ 6-3 χιλ. ἔτη π.Χ. Θεωρεῖται ὅμως πιθανὸν ὅτι τὰ εὑρήματα τῶν ἀνασκαφῶν τοῦ 1958 τῆς Ἀργίσσης (Ὁμηρικῆς πόλεως παρὰ τὴν Λάρισαν ) θὰ μεταβάλωσι τὰ χρονικὰ ὅρια τῆς μεσολιθικῆς καὶ νεολιθικῆς ἐποχῆς καὶ θὰ μεταθέσωσι τὴν ἔναρξιν ἑκάστης τῶν ἐποχῶν τούτων ἀκόμη παλαιότερον.
ΙΙ. Ἡ ἐποχὴ τοῦ ὀρειχάλκου. Ἡ ἀνακάλυψις τῆς πυρᾶς θεωρεῖται ἡ μεγαλυτέρα κατάκτησις τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος. Διότι ἡ χρησιμοποίησις τῆς πυρᾶς μετέβαλε τὰς πρὸ τῆς ἀνακαλύψεως αὐτῆς συνθήκας τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ μεταβολὴ αὕτη δὲν ἔγινεν ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην, ἀλλὰ παρῆλθε μέγα χρονικὸν διάστημα διὰ νὰ ἀναπτύξῃ ὁ ἄθρωπος τὰς μεθόδους χρησιμοποιήσεως τῆς πυρᾶς εἰς τὸν τρόπον τῆς διαβιώσεώς του. Ἡ ἐπινόησις τοῦ τροχοῦ ἀποταλεῖ ἐπίσης σπουδαῖον σταθμὸν εἰς τὰς κατακτήσεις τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος. Πότε ἔγινεν αὕτη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθῇ. Ἡ ἐπίτευξις διὰ τῆς πυρᾶς πολὺ μεγάλης θερμοκρασίας ἀποτελεῖ ἐν συνεχείᾳ νέαν κατάκτησιν τοῦ ἀνθρώπου. Ἀποτέλεσμα τοῦ ἐπιτεύγματος τούτου εἶναι ἡ λῆψις καθαρῶν μετάλλων ἐκ τῶν ὀρυκτῶν εἰς τὰ ὁποῖα ταῦτα εὑρίσκονται. Τὰ πρῶτα ληφθέντα μέταλλα ἦσαν ὁ κασσίτερος (σημεῖον τήξεως 232°C) καὶ ὁ μόλυβδος (σ.τ. 327°C), ἐν ᾧ ἡ κατασκευὴ τῆς ὑάλου καὶ ἡ ἐξαγωγὴ τῶν μετάλλων ἐκ τῶν ὀρυκτῶν τοῦ ψευδαργύρου (σ.τ. 420°C), τοῦ ἀργύρου (σ.τ. 960°C), τοῦ χαλκοῦ (σ.τ. 1083°C) καὶ τοῦ χρυσοῦ (σ.τ. 1063°C) ἐπετεύχθη βραδύτερον. Ἔτι βραδύτερον ἐπετεύχθη ἡ κατασκευὴ κραμάτων ἐκ τῶν μετάλλων τούτων, ἅτινα παρουσίασαν καλυτέρας ἰδιότητας, ἰδίως σκληρότητος καὶ ἀντοχῆς, ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἰδιότητας τῶν μετάλλων ἐξ ὧν ἀπετελέσθησαν τὰ κράματα. Περὶ τὴν τετάρτην χιλιετηρίδα π.Χ. κατεσκευάσθησαν λίαν ἀνθεκτικὰ ἐργαλεῖα καὶ ὅπλα ἐξ ὀρειχάλκου (μπρούντζου), ὅστις ἦτο κρᾶμα κασσιτέρου καὶ χαλκοῦ. Ὀλίγον βραδύτερον ἐπετεύχθη ἡ κατασκευὴ ἐργαλείων καὶ ὅπλων ἐξ ὀρειχάλκου, ὅστις ἦτο κρᾶμα χαλκοῦ καὶ ψευδαργύρου. Τὰ ἐργαλεῖα καὶ τὰ ὅπλα ἐκ τοῦ ὀρειχάλκου τούτου ἦσαν ἀνθεκτικώτερα καὶ σκληρότερα τῶν κατασκευαζομένων ἐκ τοῦ προηγουμένου εἴδους ὀρειχάλκου. Εἰς τὴν Κύπρον καὶ τὴν Μεσοποταμίαν χώραν ἡ κατεργασία τῶν μετάλλων καὶ κραμάτων γίνεται κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν αὕτη γίνεται καὶ εἰς τὴν Αἴγυπτον. Ἡ κατασκευὴ λέμβων καὶ ἡ διὰ τούτων ἐπικοινωνία διὰ θαλάσσης τῶν παρὰ τὴν Μεσόγειον θάλασσαν χωρῶν καὶ νήσων ἔχει ἤδη ἀρχίσει. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ τοποθετηθῇ χρονικῶς μὲ ἀκρίβειαν ἡ ἔναρξις τῆς θαλασσίας ἐπικοινωνίας. Θεωρεῖται πιθανὸν ὅτι αὕτη ἤρχισε πρὸ τῆς πέμπτης χιλιετηρίδος π.Χ. Εἰς τὴν βόρειον Εὐρώπην καὶ τὰς παρ’ αὐτὴν νήσους (Ἀγγλίαν) οἱ ἄνθρωποι ἔζων κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν μετάλλων (ἅτινα ἐπεξειργάζοντο οἱ κάτοικοι τῶν περὶ τὴν Μεσόγειον Θάλασσαν χωρῶν) ὡς τρωγλοδύται. Ἡ ἐποχὴ καθ’ ἣν κατασκευάζονται καὶ χρησιμοποιοῦνται ἐργαλεῖα καὶ ὅπλα ἐξ ὀρειχάλκου ὀνομάζεται ἐποχὴ τοῦ ὀρειχάλκου. Ἡ διάρκεια ταύτης ὑπολογίζεται εἰς ὀλίγας χιλιάδας ἔτη, περίπου ἀπὸ τοῦ 4000-1500 π.Χ.
ΙΙΙ. Ἡ ἐποχὴ τοῦ σιδήρου καὶ ἡ ἀτομικὴ ἐποχὴ . Διὰ τὴν χρησιμοποίησιν τοῦ σιδήρου (σ.τ. 1535°C) ὡς ὅπλου κατὰ τὸν Τρωϊκὸν πόλεμον (1194-1184 π.Χ.) ἔχομεν γραπτὴν μαρτυρίαν τοῦ Ὁμήρου (Ἰλιάδ. Δ. 123). Θεωρεῖται πολὺ πιθανὸν ὅτι κατὰ τὴν Ἀργοναυτικὴν ἐκστρατείαν (1250 π.Χ.) οἱ Ἕλληνες ἐχρησιμοποίησαν ὅπλα ἐκ σιδήρου. Τὰ ἐκ σιδήρου ὅπλα καὶ ἐργαλεῖα εἶναι ἀνθεκτικώτερα καὶ σκληρότερα τῶν ἐξ ὀρειχάλκου. Ἐχρειάσθη πολὺς χρόνος διὰ νὰ παραληφθῶσι τὰ ἐκλεκτὰ παράγωγα τοῦ σιδήρου, ὡς εἶναι τὰ διάφορα εἴδη χάλυβος, ἐξ οὗ κατασκευάζονται πολύτιμα ἐργαλεῖα καὶ ἀνθεκτικὰ ὅπλα. Ἡ ἐποχὴ καθ’ ἣν τὸ ἐπικρατοῦν μέταλλον εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν ἐργαλείων καὶ τῶν ὅπλων εἶναι ὁ σίδηρος, ὀνομάζεται ἐποχὴ τοῦ σιδήρου. Αὕτη τοποθετεῖται χρονικῶς ἀπὸ τοῦ 1400 π.Χ. περίπου μέχρι τοῦ 1945, ὅτε ἐρρίφθη ἡ πρώτη ἀτομικὴ βόμβα. Ἀπὸ τοῦ 1945 ἀρχίζει ἡ ἀτομικὴ ἐποχὴ καὶ ἡ ἐποχὴ τῶν πυραύλων καὶ τεχνητῶν δορυφόρων τῆς γῆς, τὴν ὁποίαν διανύομεν. Ὑπολογίζεται ὅτι συντόμως ἡ ἀτομικὴ ἐνέργεια θὰ χρησιμοποιηθῇ εὐρέως εἰς τὴν βιομηχανίαν καὶ ἐν γένει δι’ εἰρηνικοὺς σκοπούς.


Τὸ φαινόμενον τῆς ζωῆς εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένον μὲ τὴν ὕπαρξιν τῆς γῆς. Τοῦτο βεβαίως δὲν σημαίνει ὅτι εἰς πάντα πλανήτην ὑπάρχουσι φυτὰ καὶ ζῷα. Διότι αἱ συνθῆκαι ὑπάρξεως καὶ διαβιώσεως τοῦ φυτικοῦ καὶ ζωϊκοῦ κόσμου εἶναι καθωρισμέναι ὑπὸ τοῦ Θείου Δημιουργοῦ. Πέρα τῶν συνθηκῶν τούτων εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ ζωή, τοὐλάχιστον ὁμοία πρὸς τὴν ἐπὶ τῆς γῆς ἐκδηλουμένην. Ἂν ὁ Θεῖος Δημιουργὸς ἔχῃ καθορίσει καὶ ἄλλας συνθήκας ὑπάρξεως ζωῆς εἰς ἄλλους πλανήτας, εἴτε τοῦ ἡμετέρου εἴτε ἄλλου ἡλιακοῦ συστήματος, εἶναι ἄγνωστον. Ἀπαραίτητος προϋπόθεσις ἐκδηλώσεως καὶ διατηρήσεως τῆς ζωῆς εἶναι ὡρισμένα δι’ ἕκαστον φυτικὸν ἡ ζωϊκὸν ὀργανισμὸν ὅρια θερμοκρασίας. Ἔξω τῶν ὁρίων τῆς θερμοκρασίας ταύτης εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ ζωή. Προκειμένου, παραδείγματος χάριν, περὶ σπόρων φυτῶν, οἵτινες ἐγκλείουσιν ἐν ἑαυτοῖς, δυνάμει, τὸ φαινόμενον τῆς ζωῆς, ἡ θερμοκρασία αὕτη κυμαίνεται περίπου μεταξὺ -180°C ἕως +20°C. Διὰ τὰ φυτὰ καὶ τὰ ζῷα τὰ ὅρια τῆς θερμοκρασίας, ὑπὸ τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν ταῦτα νὰ ζήσωσι, κυμαίνονται μεταξὺ -70°C ἕως +70°C. Αἱ εὐνοϊκώτεραι θερμοκρασίαι διαβιώσεως τοῦ φυτικοῦ καὶ ζωϊκοῦ κόσμου ἐν γένει εἶναι αἱ ἐπικρατοῦσαι εἰς τὰς τροπικὰς χώρας. Διὰ τὸν ἄνθρωπον, εἰδικώτερον, ἡ καταλληλοτέρα θερμοκρασία διαβιώσεως εἶναι ἡ θερμοκρασία τῆς ἀκραίας περιοχῆς τῆς τροπικῆς ζώνης καὶ ἡ τῶν εὐκράτων ζωνῶν. Αἱ παραποτάμιαι καὶ παραθαλάσσιαι πεδιναὶ ἐκτάσεις, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν κατάλληλον θερμοκρασίαν, προσφέρονται περισσότερον διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ φυτικοῦ καὶ ζωϊκοῦ κόσμου. Ἐὰν παρακολουθήσωμεν τὴν ἐξέλιξιν τοῦ πληθυσμοῦ τῆς γῆς, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἡ Κίνα, αἱ Ἱνδίαι, ἡ Περσία (Ἰρὰν) καὶ αἱ περὶ τὴν Μεσόγειον θάλασσαν χῶραι εἶναι αἱ ἀρχαῖαι κοιτίδες τῆς ἀνθρωπότητος. Σήμερον ὅμως, ὅτε τὰ τεχνικὰ μέσα εἶναι πολὺ ἀνεπτυγμένα, ὁ ἄνθρωπος κατώρθωσε νὰ δημιουργήσῃ ἀνεκτὰς συνθήκας διαβιώσεως καὶ εἰς μέρη τῆς γῆς ὅπου ἡ θερμοκρασία εἶναι λίαν χαμηλὴ ἢ λίαν ὑψηλή. Οὕτω, παρατηρεῖται διαρκὴς αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἀλάσκας, εἰς τὴν ὁποίαν, ὡς γνωστόν, ἐπικρατεῖ δριμύτατον ψῦχος, καὶ τῆς Σιβηρίας. Εἰς τὴν βόρειον Σιβηρίαν, ἡ ὁποία πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἦτο ἀκατοίκητος, ἱδρύονται συνεχῶς νέοι οἰκισμοί. Ὁ πληθυσμὸς ὁλοκλήρου τῆς μεγάλης ταύτης περιοχῆς, τῆς ὁποίας ἡ θερμοκρασία εἶναι λίαν χαμηλή, ἀνήρχετο κατὰ τὸ 1910 εἰς 13 ἑκατομμ. ψυχῶν, ἐν ᾧ σήμερον ἀνέρχεται εἰς 30 ἑκατομμ. Ἡ διὰ τῶν παγοθραυστικῶν πλοίων διατήρησις καθ’ ὅλον τὸν χειμῶνα ἀνοικτῆς τῆς ναυσιπλοΐας μεταξὺ τῶν βορείων παραλίων τῆς Σιβηρίας καὶ τοῦ Εἰρηνικοῦ Ὠκεανοῦ καθιστᾷ εὐνοϊκωτέρους τοὺς ὅρους μεταφορᾶς τροφίμων καὶ ἐν γένει οἰκονομικῶν ἀγαθῶν διὰ τὸν πληθυσμὸν τῆς βορείου Σιβηρίας. Ἐπίσης εἰς τὰ κράσπεδα τῆς Ἀνταρκτικῆς ἠπείρου (ἔκτ. 14 ἑκατομμ. τετρ. χιλιομ.), ὅπου τὸ ψῦχος εἶναι δριμύτατον, ἱδρύθησαν οἰκισμοί τινες ἁλιέων χάρις εἰς τὰ διατεθέντα τεχνικὰ μέσα. Ἐνταῦθα δέον νὰ σημειωθῇ ὅτι περὶ καλλιεργείας τοῦ ἐδάφους τῆς Ἀνταρκτικῆς ἠπείρου δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος, διότι τοῦτο εἶναι καθ’ ὅλον τὸ ἔτος παγωμένον πλὴν παραλιακῆς τινος ζώνης. Ἡ μέση θερμοκρασία τοῦ θέρους εἶναι -8°C καὶ ἡ μέση θερμοκρασία τοῦ χειμῶνος εἶναι -35°C. Οἱ κάτοικοι τῶν ἱδρυθέντων ἐκεῖ οἰκισμῶν εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον ἁλιεῖς φαλαίνης καὶ φώκης. Ὀλίγοι ἐκ τούτων ἐργάζονται εἰς μετεωρολογικοὺς σταθμοὺς καὶ εἰς ἐξερευνήσεις τοῦ ἐδάφους.
Αρχή ΚεφαλαίουἩ ἀξία τὴν ὁποίαν περιοχή τις τῆς γῆς δύναται νὰ ἔχῃ διὰ τὸν ἄνθρωπον, ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ποικιλίας καὶ τῆς ἐκτάσεως τῶν δυνατοτήτων ὠφελείας, τὰς ὁποίας αὕτη παρέχει εἰς τοῦτον. Πᾶσα περιοχή, ἥτις παρέχει εἰς τὸν ἄνθρωπον τὰ μέσα διαβιώσεως αὐτοῦ, ὀνομάζεται ζωτικὸς χῶρος τούτου. Ἡ ἔκτασις τοῦ ζωτικοῦ χώρου ὑπέστη διὰ μέσου τῶν αἰώνων διεύρυνσιν παράλληλον πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ πολιτισμοῦ. Ὁ ζωτικὸς χῶρος διακρίνεται ὡς ἑξῆς:
Ὁ χῶρος διατροφῆς. Οὗτος παρέχει εἰς τὸν ἄνθρωπον τὰς ἀναγκαίας τροφὰς διὰ τὴν διατήρησιν τῆς ζωῆς του. Τὸ μέγεθος τοῦ χώρου τούτου ἐπηρεάζεται ἐκ τοῦ βαθμοῦ τοῦ πολιτισμοῦ τῶν κατοίκων. Οἱ πρωτόγονοι ἄνθρωποι διέτρεχον πρὸς εὕρεσιν τῆς τροφῆς των ἐκτεταμένον χῶρον, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τοὺς βραδύτερον δημιουργηθέντας γεωργούς, οἵτινες ἐλάμβανον τὰ πρὸς διατροφὴν αὐτῶν ἀναγκαῖα ἐκ μικροτέρου χώρου. Διὰ τοὺς πεπολιτισμένους λαοὺς τὸ μέγεθος τοῦ χώρου διατροφῆς τούτων ἐκτείνεται ἤδη, κατόπιν τῆς μεγάλης ἀναπτύξεως τῶν μέσων συγκοινωνίας, ἐφ’ ὅλης τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς.
Ὁ χῶρος οἰκισμοῦ . Οὗτος ἐσχηματίσθη ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔπαυσε νὰ ἀναζητῇ τὴν τροφήν του μεταβαίνων ἀπὸ τόπου εἰς τόπον (ὅταν ἐτρέφετο ἐκ τοῦ κυνηγίου καὶ ἔζη βίον νομαδικὸν) καὶ ἐγκατεστάθη εἴς τινα περιοχὴν μονίμως. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐδημιουργήθη ἡ ἔννοια τῆς Πατρίδος καὶ ὁ δεσμὸς τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν πατρῴαν γῆν. Ἡ οἰκία εἶναι ἡ σπουδαιοτάτη προϋπόθεσις διὰ τὴν πολιτιστικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ οἰκονομικὸς χῶρος. Οὗτος ἐξυπηρετεῖ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἀνθρώπου εἰς οἰκονομικὰ ἀγαθὰ πέρα τῶν περιωρισμένων οἰκονομικῶν ἀγαθῶν, τῶν προσφερομένων ἐκ τοῦ πλησιεστέρου χώρου διατροφῆς καὶ τοῦ χώρου οἰκισμοῦ. Ὁ σύνδεσμος τοῦ ἀνθρώπου πρὸς οἰκονομικὰ κέντρα ἀπέχοντα χιλιάδας χιλιομέτρων τῆς Πατρίδος του παρέχει εἰς ἡμᾶς τὴν ἔννοιαν τοῦ οἰκονομικοῦ χώρου, ἰδίως κατὰ τὴν σημερινὴν ἐποχὴν.
Ὁ συγκοινωνιακὸς χῶρος. Ὡς τοιοῦτος δὲν νοεῖται μόνον ὁ χῶρος ἔνθα ἐπιτελεῖται ἡ ἀνταλλαγὴ τῶν οἰκονομικῶν ἀγαθῶν. Εἰς τοῦτον περιλαμβάνεται καὶ ὁ χῶρος τῶν πνευματικῶν καὶ πολιτιστικῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν διαφόρων Κρατῶν. Κατὰ τὴν ἀρχαιοτάτην ἐποχὴν, ἐκεῖ ὅπου ἡ συγκοινωνία ἦτο εὔκολος, ἐκεῖ ἀνεπτύχθη περισσότερον καὶ ὁ πολιτισμός.
Ὁ κοινωνικὸς χῶρος . Ὁ γεωγραφικὸς χῶρος εἶναι περιοχή τις εἰς τὴν ὁποίαν οἱ ἄνθρωποι διαβιοῦσι συμφώνως πρὸς ὡρισμένας κοινωνικὰς συνθήκας. Ἄλλαι εἶναι αἱ κοινωνικαὶ συνθῆκαι τοῦ χωρίου καὶ ἄλλαι αἱ τῆς πόλεως. Ἀμφότεραι ὅμως ἐπηρεάζονται ἀμοιβαίως καὶ δημιουργοῦσι τὸν εὐρύτερόν πως κοινωνικὸν χῶρον, εἰς τὸν ὁποῖον παρατηροῦμεν ὑπάρχοντα διάφορα κοινωνικὰ προβλήματα.
Ὁ πολιτικὸς χῶρος. Ἐνταῦθα οἱ ἄνθρωποι ὀργανοῦσι τὰς πόλεις καὶ τὸ Κράτος. Τοῦτο κατευθύνει τὰς τύχας τῶν εἰς τὴν περιοχήν του διαβιούντων ἀνθρώπων. Πέρα τοῦ Κράτους ὑπάρχουσι καὶ ὑπερκρατικαὶ ὀργανώσεις (ὅπως αἱ διάφοροι Ἐκκλησίαι), αἵτινες περιλαμβάνουσιν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν των πολὺ μεγάλας περιοχάς, οὐχὶ ὅμως μὲ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Κράτους.
Αρχή ΚεφαλαίουἩ ἀνθρωπολογία παραδέχεται ὅτι οἱ πρῶτοι ἄνθρωποι ἐπὶ τῆς γῆς ἐνεφανίσθησαν εἰς περιοχὰς κειμένας εἰς τὰς περὶ τοὺς τροπικοὺς κύκλους χώρας, ἔνθα αἱ συνθῆκαι ἀναπτύξεως καὶ διαβιώσεως τούτων εἶναι εὐνοϊκώτεραι τῶν συνθηκῶν τῶν χωρῶν τῶν λοιπῶν γεωγραφικῶν πλατῶν. Ἐπὶ πλέον παραδέχεται αὕτη ὅτι οἱ ἀρχικῶς ἐπὶ τῆς γῆς ἐμφανισθέντες ἄνθρωποι ἀνῆκον εἰς μίαν φυλὴν (μονοφυλία τῶν ἀνθρώπων), ἥτις μὲ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου, ὅστις θεωρεῖται σπουδαῖος βιολογικὸς παράγων, διεσπάσθη εἰς τὰς διαφόρους γνωστὰς ἀνθρωπίνας φυλάς. Περὶ τοῦ ἀπωτάτου χρόνου, καθ’ ὃν ἤρχισεν ἡ διασπορὰ τῶν ἀνθρώπων ἐπὶ τῆς γῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ τι μετ’ ἀκριβείας. Ἐκτὸς τῶν γεωλογικῶν καὶ ἀρχαιολογικῶν στοιχείων, ἅτινα ὁδηγοῦσιν εἰς τὴν διατύπωσιν θεωριῶν περὶ τῆς διασπορᾶς τῶν ἀνθρώπων ἐπὶ τῆς γῆς καὶ περὶ τῶν γεωγραφικῶν χώρων ἔνθα τὸ πρῶτον ἀνεπτύχθη ὁ πολιτισμός, εἶναι σημαντικῆς σημασίας διὰ τὴν συναγωγὴν συναφῶν θεωριῶν καὶ συμπερασμάτων τὰ πορίσματα τῶν ἐρευνῶν τῆς συγκριτικῆς γλωσσολογίας. Ἡ ἐπιστήμη αὕτη ἐρευνῶσα τὰς ῥίζας λέξεων δι’ ὧν δηλοῦνται φυτὰ καὶ ζῷα, ὡς καὶ λέξεις ἀφορώσας εἰς τὴν ὀνομασίαν μελῶν τῆς αὐτῆς οἰκογενείας (μήτηρ, πατήρ ἀδελφός κλπ.) εὑρίσκει τῶν ῥιζῶν καὶ τῶν λέξεων τούτων μεγάλας ὁμοιότητας, αἵτινες συνηγοροῦσι περὶ τῆς αὐτῆς ἀρχικῆς καταγωγῆς ὡρισμένων λαῶν. Διὰ τὴν λευκὴν φυλὴν αἱ ἔρευναι τῆς συγκριτικῆς γλωσσολογίας καταλήγουσιν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι αὕτη ἐνεφανίσθη τὸ πρῶτον εἰς τὰς Ἰνδίας καὶ ἐκεῖθεν διεσπάρη εἰς τὴν λοιπὴν Ἀσίαν καὶ τὴν Εὐρώπην.Πότε ἀκριβῶς ἔγινε τοῦτο, ἂν οὕτως ἔγινε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθῇ. Ἐμπόδια εἰς τὴν ἀρχικὴν ἐξάπλωσιν τῶν ἀνθρώπων παρέσχον οἱ μεγάλοι ποταμοὶ καὶ αἱ μεγάλαι καὶ ἀπότομοι ὀροσειραί. Ἡ τάσις πρὸς ἐξάπλωσιν τῶν ἀνθρώπων ἐπὶ τῆς γῆς ὠφείλετο εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ περιοχῆς τινος καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς εὑρέσεως τῶν ἀναγκαίων μέσων πρὸς διατροφὴν τούτου. Ἡ ἀνάγκη αὕτη ὡδήγησε βραδύτερον εἰς τὰς κατὰ καιροὺς μεταναστεύσεις τῶν λαῶν, εἰς τὴν ἵδρυσιν ἀποικιῶν καὶ εἰς διαφόρους πολέμους. Μεγάλην σημασίαν διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ χώρου διασπορᾶς τῶν ἀνθρώπων ἐπὶ τῆς γῆς ἔσχεν ἡ μεταβολὴ τοῦ κλίματος κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν παγετώνων. Ὑπολογίζεται ὅτι κατὰ τὸ τέλος τῆς ἐποχῆς ταύτης ἀπηλλάγη ἐκ τῶν πάγων ἐπιφάνεια γῆς χρησιμοποιηθεῖσα δι’ ἐποικισμὸν κατέχουσα ἔκτασιν 26 ἑκατ. τετρ. χιλιομ. Ἡ Βόρειος Εὐρώπη καὶ μέρος τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης ἤρχισε νὰ γίνηται κατοικήσιμος μετὰ τὴν τῆξιν τῶν πάγων (περὶ τὸ 15000-12000 π.Χ.). Ἡ ἐγγὺς πρὸς τοὺς πολικοὺς κύκλους περιοχὴ κατῳκήθη τὸ πρῶτον κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς τρεχούσης χιλιετηρίδος (Νότιος Γροιλανδία, Σπιτσβέργη). Τὰ σημερινὰ ὅρια οἰκισμοῦ τοῦ βορείου ἡμισφαιρίου, ἐξαιρέσει οἰκισμῶν τινων τῆς Ἀλάσκας καὶ τῆς βορείου Σιβηρίας, θεωροῦνται τὰ αὐτὰ πρὸς τὰ ὅρια ἅτινα ἐπετεύχθησαν περὶ τὸ 1500, κατὰ τὴν ἐποχὴν δηλονότι τῶν μεγάλων γεωγραφικῶν ἀνακαλύψεων. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην ἀνεκαλύφθησαν νῆσοι τελείως ἀκατοίκητοι. Εἰς τὸν Ἀτλαντικὸν ὠκεανὸν κατῳκοῦντο μόνον αἱ Κανάριοι νῆσοι, αἱ ὁποῖαι ἀπέχουσι τῆς Ἀφρικανικῆς ἠπείρου μόνον 150 χιλιόμετρα. Θεωρεῖται βέβαιον ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν νήσων τούτων δὲν εἶναι αὐτόχθονες, ἀλλὰ προέρχονται ἐκ τῆς Ἀφρικῆς. Ὑπὸ Νορβηγῶν ἀπῳκίσθησαν τὸ πρῶτον αἱ μὲν Φερόαι νῆσοι κατὰ τὸν 6ον αἰῶνα, ἡ δὲ Ἰσλανδία κατὰ τὸν 9ον αἰῶνα. Ἡ νῆσος Μαδέιρα καὶ αἱ Ἀζόραι ἀπῳκίσθησαν τὸ πρῶτον κατὰ τὸ 1400, αἱ δὲ Βερμοῦδαι νῆσοι κατὰ τὸ 1600. Κατὰ τὸ 1500, ὅτε οἱ Εὐρωπαῖοι διέπλευσαν διὰ δευτέραν φορὰν τὸν Ἰνδικὸν ὠκεανὸν (ὁ πρῶτος διάπλους ἐγένετο ὑπὸ τοῦ Νεάρχου, ναυάρχου τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου), αἱ Σεϋχέλλαι νῆσοι τοῦ ὠκεανοῦ τούτου ἦσαν ἀκατοίκητοι. Εἰς τὴν Ἀνταρκτικὴν θάλασσαν τὰ ὅρια τῆς οἰκουμένης γῆς ἐκτείνονται μέχρι τῶν νοτίων ἄκρων τῶν ἠπείρων καὶ τῆς Νέας Ζηλανδίας. Αἱ ἐγγὺς τῆς Ἀνταρκτικῆς ἠπείρου νῆσοι εἶναι καὶ σήμερον ἀκατοίκητοι. Αὗται χρησιμοποιοῦνται διὰ προσωρινὴν κατοικίαν ὑπὸ τῶν ἁλιέων φαλαίνης. Ἡ ἀρχικὴ διασπορὰ τῶν ἀνθρώπων ἐπὶ τῆς γῆς φαίνεται ὅτι ἐγένετο κατὰ διευθύνσεις παραλλήλους πρὸς τὸν ἰσημερινόν. Μετὰ τὴν τῆξιν τῶν παγετώνων τοῦ βορείου ἡμισφαιρίου ἐγένετο βραδέως ὁ ἐποικισμὸς τῶν βορείων περιοχῶν τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀσίας. Ὁ ἀπὸ βορρᾶ πρὸς νότον ἀποικισμὸς ἀνεπτύχθη κυρίως, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἐχρησιμοποιήθη ὁ ἀτμὸς διὰ τὴν κίνησιν τῶν πλοίων. Ἡ θαλασσία συγκοινωνιακὴ ζώνη τῆς γῆς ἐκτείνεται σήμερον πρὸς βορρᾶν μὲν μέχρις 70°, πρὸς νότον δὲ μέχρι 50° περίπου. Τὸ σύνολον τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς (ξηρὰ καὶ θάλασσα), τὸ ὁποῖον σήμερον χρησιμοποιεῖται διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἀνθρώπου, ὑπολογίζεται εἰς 425 ἑκατομμ. τετρ. χιλιόμ., ἤτοι 5)6 τῆς ὁλικῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς. Εἰς τὰ βόρεια κράσπεδα τῆς οἰκουμένης γῆς (Γροιλανδία) δὲν ὑπάρχουσι μόνιμοι καὶ σταθεροὶ οἰκισμοὶ ἕνεκα τοῦ μεγάλου ψύχους. Οἱ αὐτόθι κατοικοῦντες Ἐσκιμῶοι καὶ Λάπωνες κατὰ μὲν τὸ θέρος ἀνέρχονται βορειότερον, κατὰ δὲ τὸν χειμῶνα κατέρχονται νοτιώτερον. Οἰκισμοί τινες τούτων ἐκτείνονται μέχρις 78° (Β.Γ.Π.). Εἰς τὰς βορείους περιοχὰς τῆς Σιβηρίας ἱδρύονται μόνιμοι οἰκισμοί. Κεῖνται ὅμως οὗτοι ὀλίγον νοτιώτερον ἢ τὰ βόρεια μέρη τῆς Γροιλανδίας.



Αἱ ὀρειναὶ περιοχαὶ καὶ αἱ περιοχαὶ τῆς γῆς ἔνθα ὑπῆρχον ἕλη καὶ δάση, κατῳκίσθησαν πολὺ βραδύτερον τῶν πεδινῶν περιοχῶν καὶ ἰδίως ἐκείνων, αἵτινες διερρέοντο ὑπὸ μεγάλων ποταμῶν. Περιοχαὶ, αἱ ὁποῖαι ἀπεκόπησαν, ἕνεκα γεωλογικῶν μεταβολῶν, τῆς ἐπικοινωνίας πρὸς τὰς πεπολιτισμένας περιοχάς, ὅπως ἡ Αὐστραλία καὶ ἡ Ἀμερική, ἠκολούθησαν ἴδιον δρόμον ἀναπτύξεως.
Αρχή ΚεφαλαίουἩ κίνησις τοῦ πληθυσμοῦ χώρας τινὸς ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν γεννήσεων, τοῦ ἀριθμοῦ τῶν θανάτων καὶ ἐκ τῆς μεταναστεύσεως (εἰσοικήσεως καὶ ἐξοικήσεως). Φυσικὴ αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ νοεῖται τὸ πλεόνασμα τούτου, ἀφοῦ ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν γεννήσεων ἀφαιρεθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν θανάτων. Εἰς τὰς πεπολιτισμένας χώρας διενεργεῖται καθ’ ὡρισμένα χρονικὰ διαστήματα (συνήθως ἀνὰ δεκαετίαν) ἀπογραφὴ τοῦ πληθυσμοῦ καὶ παρακολουθεῖται συστηματικῶς ὁ ἀριθμὸς τῶν γεννήσεων καὶ τῶν θανάτων. Ἡ ἀπογραφὴ τοῦ πληθυσμοῦ εἰς τὰς χώρας ταύτας ἤρχισε κατὰ τὸ τέλος τοῦ 18ου αἰῶνος. Εἰς παλαιοτέραν ἐποχὴν τὰ στοιχεῖα διὰ τὴν κίνησιν τοῦ πληθυσμοῦ μιᾶς χώρας ἐστηρίζοντο εἰς ὑπολογισμοὺς τῶν διοικητικῶν καὶ ἐφοριακῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν ὑπαλλήλων ἐπὶ τῆς στρατολογίας. Εἶναι εὐνόητον, ὅτι τοιοῦτοι ὑπολογισμοὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρέχωσιν ἀκρίβειαν ἀριθμήσεως. Καὶ εἰς τὴν σημερινὴν ἀκόμη ἐποχὴν ὑπάρχουσι μεγάλα Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ ὑπολογισμὸς κινήσεως τοῦ πληθυσμοῦ δὲν γίνεται διὰ συστηματικῆς ἀπογραφῆς, ἕνεκα τεχνικῶν δυσκολιῶν (Ἰνδίαι, Κίνα), ἀλλὰ ἐπὶ τῇ βάσει ἄλλων παρατηρήσεων.
Τὰ στατιστικὰ στοιχεῖα ἐπὶ τῆς κινήσεως τοῦ πληθυσμοῦ τῆς γῆς συλλέγονται καὶ δημοσιεύονται κατ’ ἔτος ὑπὸ τῆς Στατιστικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν (ΟΗΕ), τοῦ ἑδρεύοντος ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ. Κατὰ τὸ ἔτος 1959 ὁ πληθυσμὸς τῆς γῆς ἀνῆλθεν εἰς 2.905 ἑκατομμύρια ψυχῶν, εἶχε δὲ κατ’ ἠπείρους ὡς ἑξῆς: Ἀφρικὴ 236 ἑκατομμ., Ἀμερικὴ 398 ἑκατομμ., Ἀσία 1.624 ἑκατομμ., Εὐρώπη (ἄνευ Ρωσσίας) 421 ἑκατομμ., Ρωσσία 210 ἑκατομμ., Ὠκεανία 16.1 ἑκατομμ. Ἡ αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ τῆς γῆς ἐτησίως ἀνέρχεται εἰς 1,7% (1959).
Ἡ ἐξέλιξις τοῦ πληθυσμοῦ τῆς γῆς.
Οἱ παρεχόμενοι ἀριθμοὶ ἔχουσι προέλθει ἐκ διαφόρων ὑπολογισμῶν.
| Τέλος ἐποχῆς παγετώνων (περὶ τὸ 12000 π.Χ.) | περίπου | 0,5 ἑκατομμ. |
| Περὶ τὸ 10.000 π.Χ. | » | 5 ἑκατομμ. |
| Περὶ τὸ 6.000 π.Χ. | » | 20 ἑκατομμ. |
| Περὶ τὸ 1.000 π.Χ. | » | 100 ἑκατομμ. |
Ἡ ἐξέλιξις τοῦ πληθυσμοῦ τῆς γῆς ἀπὸ τοῦ ἔτους 1650 μέχρι τοῦ 1900, κατ’ ἠπείρους εἰς ἑκατομμύρια.
| Περιοχαὶ | 1650 | 1750 | 1800 | 1850 | 1900 |
| Εὐρώπη Ἀσία Ἀφρικὴ Ἀμερικὴ (Β+Ν) Αὐστραλία-Ὠκεανία Γῆ ἐν συνόλῳ | 100 330 100 13 2 545 | 140 479 95 12,4 2 728 | 187 602 90 24,6 2 906 | 266 749 95 59 2 1171 | 401 937 120 144 6 1608 |
Ἡ ἐξέλιξις τοῦ πληθυσμοῦ τῆς γῆς ἀπὸ τοῦ ἔτους 1930 καὶ ἑξῆς εἰς ἑκατομμύρια (ΟΗΕ, 1959).
| Πληθυσμὸς | 1920 | 1930 | 1940 | 1950 | 1959 | 1964 | Ἐπιφάν. κατοικουμένη εἰς χιλ. τετρ. χιλιομέτ. | Πυκνότης κατὰ τετρ. χιλιόμ. | Ἐτησία αὔξησ.% 1950-64 |
| Γῆ Ἀφρικὴ Ἀμερικὴ Ἀσία Εὐρώπη (ἐκτὸς Ρωσσίας καὶ Εὐρ. Τουρκίας) Ρωσσία Ὠκεανία | 1810 140 208 967 328 158 8,8 | 2013 155 244 1073 355 176 10,6 | 2246 172 277 1213 380 192 11,3 | 2495 199 330 1379 393 - 13,1 | 2905 236 398 1624 421 210 16,1 | 3200 304 447 1855 468 228 18 | 135391 30280 42037 27175 4930 22403 8558 | 21 8 9 60 85 9 2 | 2,0 3,2 2,6 2,4 1,2 1,6 2,7 |
Προσδοκωμένη ζωή.
Δηλ. ἀριθμὸς ἐτῶν, τὰ ὁποῖα τὸ πρόσωπον τῆς ἀναγραφομένης ἡλικίας ὑπολογίζεται νὰ ζήσῃ ἀκόμη κατὰ μέσον ὅρον.
Ἡλικία εἰς ἔτη.
| Χώρα | Γένος | 0 | 1 | 5 | 10 | 20 | 30 | 40 | 50 | 60 | 70 | 80 | 85 |
| Ἑλλὰς | Ἄρρ. Θήλ. | 49,1 50,9 | 53,2 55,1 | 55,6 57,7 | 52,4 54,5 | 44,3 46,4 | 37,1 39,5 | 29,8 32,4 | 22,6 24,9 | 16 17,5 | 10,6 11 | 6,5 6,2 | 5 4,5 |
| Γερμανία | Ἄρρ. Θήλ. | 64,6 68,5 | 67,8 71 | 64,5 67,6 | 59,8 62,8 | 50,3 53,2 | 41,3 34,9 | 32,3 34,7 | 23,8 25,8 | 16,2 17,5 | 9,8 10,4 | 5,2 5,6 | 3,7 4 |
| Γαλλία | Ἄρρ. Θήλ. | 63,6 69,3 | 66,1 71,2 | 62,7 67,8 | 57,9 63 | 48,4 53,4 | 39,3 44,1 | 30,4 35 | 22,2 26,2 | 15,1 18,1 | 9,1 11,1 | 4,8 5,9 | 3,4 4,2 |
| Ἡνωμ.Βασίλ. | Ἄρρ. Θήλ. | 67,6 73,1 | 68,6 73,7 | 64,9 69,9 | 60 65 | 50,4 55,3 | 40,9 45,7 | 31,5 36,2 | 22,6 27,2 | 15,1 18,8 | 9,3 11,6 | 5,2 6,4 | 4 4,7 |
| Ἑλβετία | Ἄρρ. Θήλ. | 66,4 70,9 | 67,8 71,9 | 64,4 68,4 | 59,6 63,6 | 50,2 53,9 | 41 44,4 | 31,9 35 | 23,2 26 | 15,7 17,8 | 9,5 10,7 | 5,2 5,7 | 3,8 4,2 |
| Αἴγυπτος | Ἄρρ. Θήλ. | 35,7 41,5 | 42,1 48,1 | 49,8 58,3 | 46,9 54,5 | 39,8 46,1 | 33 38,2 | 26,1 30,8 | 19,4 23,4 | 13,3 16,3 | 7,9 9,6 | 4,1 4,8 | 2,9 3,2 |
| Καναδᾶς | Ἄρρ. Θήλ. | 66,3 70,8 | 68,3 72,3 | 64,9 68,8 | 60,2 64 | 50,8 54,5 | 41,6 44,9 | 32,5 35,6 | 23,9 26,8 | 16,5 18,6 | 10,4 11,6 | 5,8 6,4 | 4,3 4,6 |
| Κίνα | Ἄρρ. Θήλ. | 41,1 45,7 | 47,6 51,5 | 49,5 54,6 | 45,6 50,8 | 37,2 42,4 | 29,7 34,8 | 22,7 27,7 | 16,5 20,7 | 11,3 14,2 | 7,1 8,7 | 4,1 4,8 | 3,1 3,4 |
| Ἰνδίαι | Ἄρρ. Θήλ. | 32,5 31,7 | 39 37,3 | 40,9 40,9 | 39 39,5 | 33 32,9 | 26,6 26,2 | 20,5 21,1 | 14,9 16,2 | 10,1 11,3 | 6,5 7,5 | 4 4,8 | 3,1 3,7 |
| Ἡνωμέν. Πολιτεῖαι | Ἄρρ. Θήλ. | 67,4 73,6 | 68,3 74,2 | 64,6 70,5 | 59,8 65,6 | 50,3 55,9 | 41,1 46,2 | 31,8 36,7 | 23,4 27,7 | 16,2 19,4 | 10,5 12,4 | 6,3 7 | 5,1 5,4 |
| Σουηδία | Ἄρρ. Θήλ. | 70,5 73,4 | 71,1 73,7 | 67,5 70 | 62,7 65,1 | 53,1 55,4 | 43,7 45,7 | 34,4 36,2 | 25,5 27,1 | 17,4 18,6 | 10,6 11,3 | 5,7 6 | 4 4,3 |
Ἡ ἐτησία αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ τῆς γῆς, ἀνερχομένου εἰς 2.905 ἑκατομμύρια (1959), ὑπολογίζεται εἰς 1,7%. Μετὰ πάροδον 50 ἐτῶν, μὲ ἐτησίαν αὔξησιν 2% καὶ σταθερὸν πληθυσμὸν ἑκάστου τῶν προσεχῶν 50 ἐτῶν ἐκ 3000 ἑκατομμυρίων ψυχῶν, ὁ πληθυσμὸς τῆς γῆς θὰ ἔχῃ φθάσει (περὶ τὸ ἔτος 2010) εἰς 6 δισεκατομμ. περίπου. Κατόπιν τούτου τίθεται τὸ ἐρώτημα, ἂν οἱ πόροι τῆς γῆς ἐπαρκῶσι διὰ τὴν διατροφὴν 6 δισεκατ. ἀνθρώπων, ἐφ’ ὅσον βέβαια δὲν συνεχισθῇ ἡ αὔξησις. Ἐπὶ τούτου ἄλλοι μὲν εἶναι αἰσιόδοξοι, ἄλλοι δὲ ἀπαισιόδοξοι, λέγοντες, ὅτι, ἐὰν δὲν εὑρεθῇ διέξοδος διὰ τὸν πλεονάζοντα πληθυσμὸν τῆς γῆς εἰς ἄλλους πλανήτας, οἱ ἄνθρωποι τότε θὰ ἀναγκασθῶσι νὰ λάβωσι διάφορα δρακόντεια μέτρα πρὸς ἀντιμετώπισιν τοῦ προβλήματος.

Ἡ σημασία τῆς σπουδῆς τῶν φυλῶν διὰ τὴν γεωγραφίαν.
Ὑπὸ τὸ ὄνομα φυλὴ νοοῦμεν, ὡς γνωστόν, ἄθροισμα ἀνθρώπων οἵτινες ἔχουσι τὰ αὐτὰ σωματικά, βιολογικά, ψυχολογικὰ ἢ κοινωνικὰ γνωρίσματα, τὰ ὁποῖα εἶναι κληρονομήσιμα.
Ἡ σπουδὴ τῶν φυλῶν ὡς κλάδου τῆς ἀνθρωπολογίας περιλαμβάνεται εἰς τὰς ἐρεύνας τῆς βιολογίας. Κατὰ τὴν σπουδὴν ὅμως τῆς γεωγραφίας ἐνδείκνυται ὅπως γνωρίσῃ τις, ἐκτὸς τῶν γεωγραφικῶν στοιχείων τῶν ξένων χωρῶν, καὶ τοὺς ἀνθρώπους οἵτινες κατοικοῦσι τὰς χώρας ταύτας καὶ λάβῃ ἰδέαν τινὰ περὶ τῶν ἐξωτερικῶν γνωρισμάτων τῶν ἀνθρώπων τῶν ὑπὸ ἐξέτασιν χωρῶν. Εἰς τὴν γεωγραφίαν πρὸς τούτοις περιλαμβάνεται ἡ γνῶσις τῆς κατανομῆς τῶν διαφόρων φυλῶν εἰς ὁλόκληρον τὴν γῆν, διότι αἱ ἀνθρώπιναι φυλαὶ συμβάλλουσι διὰ τῶν ἐπιτευγμάτων αὐτῶν εἰς τὸν καθορισμὸν τῆς γεωγραφικῆς μορφῆς μιᾶς χώρας. Μετὰ τῶν προβλημάτων τῶν φυλῶν ἐν γένει συνδέονται τὰ προβλήματα τῶν κατὰ φυλὰς πολιτιστικῶν ἐπιτευγμάτων τοῦ ἀνθρώπου. Ἄλλα εἶναι τὰ ἐπιτεύγματα τῆς λευκῆς φυλῆς κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ πολιτισμοῦ καὶ ἄλλα εἶναι τὰ ἐπιτεύγματα, εἰς τὸ αὐτὸ πεδίον τῆς ἀνθρωπίνης δραστηριότητος, τῆς κιτρίνης φυλῆς. Ἐνταῦθα ὅμως πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ὅτι, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν σημερινὴν ἐποχὴν, ἀμιγεῖς ἀνθρώπιναι φυλαὶ δὲν ὑπάρχουσι. Εἰς ὅλους σχεδὸν τοὺς λαοὺς τῆς γῆς παρατηροῦνται σήμερον διάφοροι φυλετικαὶ ἀποχρώσεις προερχόμεναι ἐξ ἐπιμιξίας. Ὅθεν τὰ συμπεράσματα περὶ τῶν πολιτιστικῶν ἐπιτευγμάτων μιᾶς φυλῆς πρέπει νὰ μὴ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψει μονομερῶς καὶ νὰ μὴ ἀποδίδωνται ἀποκλειστικῶς εἰς φυλετικὰς ἰδιότητας.

Ἡ διάκρισις τῶν φυλῶν. Ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ 19ου αἰῶνος διέκρινον τρεῖς κατηγορίας φυλῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ χρώματος τοῦ δέρματος: 1) τὴν λευκήν , 2) τὴν κιτρίνην καὶ 3) τὴν μέλαιναν (μαύρην). Οἱ εἰς τὰς φυλὰς ταύτας ἀνήκοντες ἄνθρωποι ὀνομάζονται Εὐρωπίδαι, Μογγολίδαι καὶ Νεγρίδαι ἀντιστοίχως. Ἡ ἐρυθρὰ φυλὴ θεωρεῖται ὑποδιαίρεσις τῆς κιτρίνης. Ὁ καθορισμὸς τῶν ἀποχρώσεων τῶν οὕτω πως διακρινομένων φυλῶν συναντᾷ μεγάλας δυσκολίας. Ὁπωσδήποτε ὅμως ἡ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ χρώματος διαίρεσις τῶν ἀνθρώπων εἰς φυλὰς παρεῖχε σημαντικὰ τεκμήρια δι’ ἕνα κατατοπιστικὸν προσανατολισμόν.
Ὁ πληθυσμὸς τῆς γῆς κατὰ φυλάς . 1. Λευκὴ φυλή: Περίπου 1500 ἑκατομμύρια. Εἰς ταύτην περιλαμβάνονται: οἱ λευκοὶ τῆς Εὐρώπης, τῆς δυτικῆς Ἀσίας καὶ Ἰνδιῶν, τῆς βορείου καὶ νοτίου Ἀφρικῆς, τῆς Αὐστραλίας καὶ τῆς βορείου καὶ νοτίου Ἀμερικῆς.
2. Κιτρίνη φυλή : Περίπου 1100 ἑκατομμ. Εἰς ταύτην ἀνήκουσιν οἱ Κινέζοι, οἱ Ἰάπωνες, οἱ Βιρμανοί, οἱ Μαλαῖοι, οἱ κάτοικοι τῆς Πολυνησίας, οἱ Μογγόλοι.
3. Μαύρη φυλή: Περίπου 300 ἑκατομμ.
Ἡ ἐρυθρὰ φυλή, ἥτις θεωρεῖται ὑποδιαίρεσις τῆς κιτρίνης, περιλαμβάνει 6 περίπου ἑκατομμύρια ἀνθρώπων.
Αρχή ΚεφαλαίουἈπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν μεγάλων γεωγραφικῶν ἀνακαλύψεων ἔγιναν μεταναστεύσεις τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πληθυσμοῦ πρὸς τὰς ἀνακαλυφθείσας νέας χώρας. Ἡ κίνησις τῶν πλοίων δι’ ἀτμοῦ συνέβαλε πολὺ εἰς τὴν αὔξησιν τῆς μεταναστεύσεως, ἡ ὁποία ἐπετάθη ἔτι περισσότερον κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν μεγάλων διώξεων τῶν πολιτῶν ἐν Εὐρώπῃ διὰ λόγους θρησκευτικούς. Ὅτε αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι τῆς Ἀμερικῆς ἀπέκτησαν τὴν ἀνεξαρτησίαν των (1776), ἔλαβον πολλὰ νομοθετικὰ μέτρα διευκολύνοντα τὴν εἰς αὐτὰς μετανάστευσιν, ἰδίως ἐξ Εὐρώπης. Παρόμοια μέτρα ἔλαβον καὶ τὰ κράτη τῆς Νοτίου Ἀμερικῆς, ὅταν ταῦτα ἀπέκτησαν τὴν ἀνεξαρτησίαν των. Κατὰ τὸν 19ον αἰῶνα μετηνάστευσαν ἐκ τῆς Εὐρώπης εἰς τὴν Ἀμερικὴν πλέον τῶν 50 ἑκατομμ. ἀνθρώπων. Ἀπὸ τῶν ἀρχῶν ὅμως τοῦ 20οῦ αἰῶνος ἡ μετανάστευσις διὰ τὰς διαφόρους χώρας ὑπόκειται εἰς περιορισμούς. Οἱ περιορισμοὶ οὗτοι ἐλήφθησαν κυρίως διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἐργασία εἰς τοὺς ἐντοπίους. Εἰς ἀρκετὰς ὅμως περιπτώσεις οἱ περιορισμοὶ ὀφείλονται εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τῶν ἐνδιαφερομένων κρατῶν-μητροπόλεων, ὡς εἶναι ἡ Ἀγγλία, ὅπως μὴ διαταραχθῇ ὁ ἐθνογραφικὸς χαρακτὴρ τῶν νέων χωρῶν, αἱ ὁποῖαι ἄλλοτε ἦσαν ἀγγλικαὶ ἀποικίαι καὶ ἤδη συνδέονται κατ’ ἄλλον τινὰ τρόπον πρὸς τὴν Ἀγγλίαν. Οὕτω, π.χ., διὰ τὸν Καναδᾶν, τὴν Αὐστραλίαν καὶ τὴν Νότιον Ἀφρικὴν οἱ ἐτησίως μεταναστεύοντες πρέπει νὰ εἶναι κατὰ τὰ 4/5 περίπου Ἄγγλοι καὶ κατὰ τὸ 1/5 ἐξ ἄλλων χωρῶν. Εἰς ὅλας τὰς νέας χώρας ἔχουσι ψηφισθῆ νόμοι καθορίζοντες τὸν ἐτησίως ἐπιτρεπόμενον ἀριθμὸν μεταναστῶν καὶ τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας δύναται νὰ γίνῃ ἡ μετανάστευσις. Διὰ τῆς μεταναστεύσεως ἐδόθη ἐργασία εἰς τὸν πλεονάζοντα πληθυσμὸν τοῦ παλαιοῦ Κόσμου καὶ διηυρύνθησαν αἱ δυνατότητες τῆς παγκοσμίου οἰκονομικῆς καὶ πνευματικῆς δραστηριότητος.
Αρχή ΚεφαλαίουἩ μικροτέρα πυκνότης πληθυσμοῦ παρατηρεῖται εἰς τὰς πολικὰς περιοχὰς καὶ τὰς περιοχὰς τῶν ἐρήμων. Εἰς ταύτας ὑπάρχουσιν ἐκτάσεις τελείως κεναὶ ἀνθρώπων. Ἐὰν θεωρήσωμεν μεγάλους χώρους τοιούτων περιοχῶν, εἶναι δυνατὸν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ νὰ συναντήσωμεν οἰκισμοὺς μικροὺς εἰς μεγάλας ἀπ’ ἀλλήλων ἀποστάσεις. Ἡ πυκνότης τοῦ πληθυσμοῦ τῶν χωρῶν τούτων εἶναι γενικῶς μικροτέρα τοῦ 0,5 κατὰ τετραγωνικὸν χιλιόμ. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς τροπικὰς χώρας ὑπάρχουσι περιοχαὶ ἔνθα ἡ πυκνότης τοῦ πληθυσμοῦ εἶναι λίαν μικρά. Τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὰ πυκνὰ δάση, εἰς τὸ ὑγρὸν κλίμα καὶ εἰς τὴν μεγάλην θερμοκρασίαν, ἥτις ἐπικρατεῖ ἐκεῖ. Περιοχαὶ μέσων γεωγραφικῶν πλατῶν εὑρισκόμεναι ἐγγὺς τῶν θαλασσῶν, ἔχουσι κατὰ κανόνα πυκνότητα πληθυσμοῦ μεγαλυτέραν ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἔχουσι περιοχαὶ εὑρισκόμεναι μακρὰν τῶν θαλασσῶν. Παράδειγμα τοιαύτης κατανομῆς τῆς πυκνότητος ἀποτελεῖ ἡ Ἱσπανία. Αἱ παραλιακαὶ περιοχαὶ ταύτης εἶναι πυκνότερον κατῳκημέναι τῶν ὀρεινῶν περιοχῶν. Ἠπειρωτικαὶ περιοχαὶ ἔχουσαι πολλὰς βροχὰς ἐτησίως παρουσιάζουσι μεγαλυτέραν πυκνότητα πληθυσμοῦ ἐν σχέσει πρὸς ἠπειρωτικὰς περιοχάς, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ὀλίγας βροχάς. Δυνατότητες ὑδρεύσεως περιοχῆς τινος δημιουργοῦσι καταλλήλους συνθήκας ἐποικισμοῦ καὶ διαβιώσεως τῶν ἀνθρώπων, ὅπως, π.χ., τοῦτο συμβαίνει εἰς τὴν περιοχὴν τοῦ Νείλου ποταμοῦ. Ὑπάρχουσιν ἐνταῦθα περιοχαὶ ἔχουσαι πυκνότητα 1000 κατοίκων κατὰ τετραγωνικὸν χιλιόμετρον.
Πυκνῶς κατῳκημένοι γεωγρ. χῶροι ἀπαντῶσιν εἰς τὰς ἀσιατικὰς περιοχὰς τῶν μουσώνων ὅπου, ὡς γνωστόν, διαβιοῖ τὸ ἥμισυ περίπου τοῦ πληθυσμοῦ τῆς γῆς (Κίνα-Ἰνδίαι). Νῆσοι εὑρισκόμεναι εἰς τὰς θερμὰς θαλάσσας ἔχουσιν ἐπίσης μεγάλην πυκνότητα πληθυσμοῦ, ὅπως, π.χ., ἡ Ἰάβα, Ἁιτή, Ἰαμαϊκὴ (ὑπὲρ τοὺς 200 κατοίκους κατὰ τετραγ. χιλιόμετρον). Βιομηχανικαὶ περιοχαὶ τῶν μέσων γεωγραφικῶν πλατῶν παρουσιάζουσι μεγάλην πυκνότητα πληθυσμοῦ. Τοιαῦται ἀπαντῶσιν εἰς τὴν Κεντρικὴν καὶ Δυτικὴν Εὐρώπην, εἰς τὴν ἀνατολικὴν περιοχὴν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς καὶ τὴν Ἰαπωνίαν. Γενικῶς, αἱ βιομηχανικαὶ χῶραι εἶναι πυκνότερον κατῳκημέναι τῶν γεωργικῶν χωρῶν. Εἶναι ὅμως δυνατόν, εἰς εὐφόρους γεωργικὰς περιοχὰς νὰ ὑπάρχῃ μεγάλη πυκνότης πληθυσμοῦ, ὡς τοῦτο παρατηρεῖται εἰς τὴν Κίναν, τὰς Ἰνδίας καὶ τὴν Αἴγυπτον. Τὸ βιοτικὸν ὅμως ἐπίπεδον τῶν λαῶν τούτων εἶναι χαμηλόν.
Βαθμίδες πυκνότητος του πληθυσμου. Ἡ πυκνότης τοῦ πληθυσμοῦ τῶν πολὺ ἀραιῶς κατῳκημένων περιοχῶν τῆς γῆς εἶναι μικροτέρα τοῦ ἑνὸς κατοίκου κατὰ τετραγωνικὸν χιλιόμετρον. Ἡ ἔκτασις τῶν περιοχῶν τούτων καταλαμβάνει τὰ 50% τῆς ξηρᾶς. Μετρίας πυκνότητος περιοχαὶ περιλαμβάνουσιν ἕνα ἕως δέκα κατοίκους κατὰ τετραγωνικὸν χιλιόμετρον. Ἡ ἔκτασις τῶν περιοχῶν τούτων φθάνει τὰ 30% τῆς ξηρᾶς. Μόνον 6,3% τῆς ἐπιφανείας τῆς ξηρᾶς παρουσιάζουσι πυκνότητα πληθυσμοῦ μεγαλυτέραν.
1. Αἱ πυκνότερον κατῳκημέναι χῶραι τῆς γῆς.
Ἄνθρωποι κατὰ τετρ. χιλιόμετρον.
| Χῶραι | Κάτοικοι | Χῶραι | Κάτοικοι |
| Αἴγυπτος | 627* | Λουξεμβοῦργον | 121 |
| Ὁλλανδία | 336 | Ἁιτὴ | 121 |
| Βέλγιον | 293 | Ἰνδίαι | 118 |
| Κίνα | 257 | Οὑγγαρία | 106 |
| Ἰαπωνία | 243 | Δανία | 104 |
| Νότιος Κορέα | 225 | Τσεχοσλοβακία | 103 |
| Ἀγγλία | 211 | Πορτογαλία | 96 |
| Δυτ. Γερμανία | 205 | Πακιστὰν | 88 |
| Ἰταλία | 160 | Αὐστρία | 83 |
| Λίβανος | 139 | Γαλλία | 79 |
| Κεϋλάνη | 136 | Φιλιππῖναι | 74 |
| Ἑλβετία | 122 | Ἰνδονησία | 56 |
2. Εὐρωπαϊκὰ κράτη ἔχοντα πυκνότητα πληθυσμοῦ κάτω τῆς μέ σης Εὐρωπαϊκῆς πυκνότητος, ἀνερχομένης εἰς 85 κατὰ τετρ. χιλιόμ.
| Χῶραι | Κάτοικοι | Χῶραι | Κάτοικοι |
| Ἱσπανία | 58 | Ἰσλανδία | 2 |
| Ἑλλὰς | 61 | Νορβηγία | 11 |
| Βουλγαρία | 68 | Φινλανδία | 13 |
| Γιουγκοσλαυΐα | 70 | Σουηδία | 16 |
| Ρουμανία | 74 | Ἰρλανδία | 41 |
| Γαλλία | 79 | Ἀλβανία | 49 |
3. Ἀραιῶς κατῳκημέναι χῶραι.
ΕΥΡΩΠΗ ΑΣΙΑ
| Χῶραι | Κάτοικοι | Χῶραι | Κάτοικοι |
| Ῥωσσία (μετὰ τῆς Σιβηρίας) | 9 | Σαουδικὴ Ἀραβία | 4 |
| Νορβηγία | 11 | Ἰρὰκ | 11 |
| Φινλανδία | 13 | Ἰρὰν | 12 |
| Σουηδία | 16 | Τουρκία | 32 |
| Ταϊλάνδη | 40 |
ΑΜΕΡΙΚΗ ΑΦΡΙΚΗ


| Χῶραι | Κάτοικοι | Χῶραι | Κάτοικοι |
| Καναδᾶς | 2 | Λιβύη | 1 |
| Βολιβία | 3 | Σουδὰν | 4 |
| Βραζιλία | 7 | Ἀλγέριον | 4 |
| Ἀργεντινὴ | 7 | Νοτιοαφρ. Ἕνωσις | 11 |
| Περοῦ | 7 | Αἰθιοπία | 17 |
| Βενεζουέλα | 7 | Μαρόκον | 22 |
| Χιλὴ | 9 | Αἴγυπτος (ὁλικὴ περιοχὴ) | 24 |
| Κολομβία | 11 | Τυνησία | 30 |
| Οὐραγουάη | 14 | ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ | 1 |
| Μεξικὸν | 16 | ||
| Ἡνωμ. Πολιτ. Ἀμερ. | 21 |
Ἡ κατανομὴ τῶν κρατικῶν ἀρχῶν καὶ ὀργανισμῶν ὡς καὶ τῶν κοινωνικῶν ὑπηρεσιῶν εἰς τὰς διαφόρους πόλεις μιᾶς ἐπικρατείας ἐπηρεάζει τὴν οἰκονομικὴν κίνησιν καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ πολλῶν πόλεων καὶ τὴν διαμόρφωσιν τῆς φυσιογνωμίας αὐτῶν. Τὰ τεχνικὰ μέσα καλλιεργείας τοῦ ἐδάφους, θερισμοῦ καὶ ἁλωνισμοῦ, ἀφῄρεσαν τὴν ἐργασίαν ἀπὸ πολλοὺς ἐργάτας γεωγραφικῶν περιφερειῶν, οἱ ὁποῖοι παραμείναντες ἄνευ ἐργασίας συνεκεντρώθησαν εἰς τὰ βιομηχανικὰ κέντρα πρὸς ἀνεύρεσιν ἐργασίας. Πολλαὶ μικραὶ βιομηχανίαι τῶν ἐπαρχιῶν ἀνέστειλαν τὴν λειτουργίαν των, λόγῳ τῆς κατὰ μεγάλας μάζας εὐθηνῆς παραγωγῆς τῶν μεγαλυτέρων συναφῶν ἐργοστασίων τῶν πόλεων, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐργαζομένων αὐξάνει συνεχῶς, ἐφ᾽ ὅσον βεβαίως ἡ μεγάλη κατανάλωσις τῶν παραγομένων βιομηχανικῶν εἰδῶν ἀπαιτεῖ αὔξησιν τῶν ἐργατικῶν χειρῶν τῶν ἐργοστασίων. Ὁ κάτοικος τοῦ χωρίου ἢ μικρᾶς κωμοπόλεως, ἐὰν δὲν εἶναι ἰδιοκτήτης γαιῶν, ἔστω καὶ ὀλίγων στρεμμάτων, προτιμᾷ νὰ ἐργάζηται εἰς ἐργοστάσιον πόλεώς τινος ὡς ἐργάτης, παρὰ νὰ εἶναι ἐργάτης εἰς ἀγροτικὰς ἐργασίας ξένης ἰδιοκτησίας. Ἡ ἐργατικὴ ζωὴ τῶν μεγάλων πόλεων, ὅπου συνήθως εἶναι συγκεντρωμένα τὰ μεγάλα ἐργοστάσια, παρουσιάζει τὰ ἑξῆς πλεονεκτήματα ἔναντι τῆς ἐργατικῆς ἀγροτικῆς ζωῆς: α) Ὑπάρχει σχεδὸν σταθερὸν ἐργατικὸν εἰσόδημα καὶ τὸ ἡμερομίσθιον εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μεγαλύτερον τοῦ ἀγροτικοῦ ἡμερομισθίου. β) Ἡ κοινωνικὴ καὶ ὑγιεινὴ πρόνοια ἀσκεῖται εὐκολώτερον εἰς τὰς μεγάλας πόλεις ἢ τὰ χωρία (Νοσοκομεῖα κλπ.). γ) Αἱ οἰκονομικαὶ δυνατότητες ἱδρύσεως οἰκογενείας καὶ ἐκπαιδεύσεως τῶν τέκνων τοῦ ἐργάτου εἶναι πολὺ μεγαλύτεραι εἰς τὰς μεγάλας πόλεις. δ) Ἡ ψυχαγωγία (θεάματα παντὸς εἴδους κλπ.) εἶναι μεγαλυτέρα εἰς τὰς πόλεις ἢ τὰ χωρία καὶ ἡ ἐν γένει διαβίωσις τοῦ ἐργάτου εἰς τὰς πόλεις εἶναι ἀνετωτέρα τῆς διαβιώσεως τοῦ ἀγρότου. Ὁ τεχνικὸς πολιτισμὸς ἐκδηλοῦται κατὰ πρῶτον εἰς τὰς πόλεις, πολὺ δὲ βραδύτερον καὶ εἰς μικρότερον βαθμὸν ἐκδηλοῦται οὗτος εἰς τὰ χωρία καὶ τὰς κωμοπόλεις. Τὰ μειονεκτήματα τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ ἐργατικὴ ζωὴ τῶν πόλεων εἶναι τὰ ἑξῆς: α) Πιθανότης στερήσεως τῆς ἐργασίας λόγῳ οἰκονομικῆς κρίσεως τοῦ ἐργοδότου ἢ γενικωτέρας τοιαύτης. β) Ἡ ζωὴ εἰς τὰς μεγάλας πόλεις εἶναι ἀκριβωτέρα τῆς ζωῆς εἰς τὰ χωρία καὶ τὰς κωμοπόλεις, καὶ κατὰ συνέπειαν πολλοὶ ἐργάται διαβιοῦσιν ὑπὸ συνθήκας ἀνθυγιεινάς, τόσον ἀπὸ ἐπόψεως κατοικίας, ὅσον καὶ ἀπὸ ἐπόψεως τροφῆς καὶ ἐνδυμασίας. γ) Γενικῶς ἡ ζωὴ τῶν ἐργατῶν εἰς τὰς μεγάλας πόλεις ἀπὸ ἐπόψεως ὑγιεινῆς ὑστερεῖ τῆς ζωῆς τοῦ ἀγρότου.
Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον οἱ ἐργάται, οἱ ὁποῖοι συγκεντρώνονται εἰς τὰς μεγάλας πόλεις. Εἰς πλείστας περιπτώσεις οἱ παντὸς εἴδους βιοτέχναι ἐγκαταλείπουσι τὰ χωρία ἢ τὰς κωμοπόλεις καὶ συγκεντροῦνται εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν ἢ τῶν νομῶν ἢ εἰς τὰς μεγάλας ἐν γένει πόλεις, ὅπου αἱ δυνατότητες εὑρέσεως ἐργασίας ἢ ἀσκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος εἶναι εὐνοϊκώτεραι. Εἰς τὰς μεγάλας πόλεις δημιουργοῦνται καὶ ἐπαγγέλματα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὰ χωρία καὶ τὰς μικρὰς πόλεις. Ἀναφέρομεν ἐνδεικτικῶς τὴν πυροσβεστικὴν ὑπηρεσίαν, τοὺς χρηματομεσίτας, τοὺς σταθμοὺς πρώτων βοηθειῶν, τὸ σῶμα τῶν ἀδελφῶν νοσοκόμων κλπ.
Ἡ γεωγραφικὴ θέσις μιᾶς πόλεως ἐπηρεάζει τὴν αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς. Αἱ ἡμίσειαι περίπου τῶν μεγαλοπόλεων τῆς γῆς εἶναι ἐκτισμέναι παρὰ τὴν θάλασσαν καὶ τοὺς ποταμούς. Ἡ πολιτικὴ σημασία τῆς πόλεως ἐπηρεάζει ἐπίσης τὴν αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς. Τὸ ἓν τρίτον τῶν μεγαλοπόλεων τῆς γῆς εἶναι πρωτεύουσαι κρατῶν. Ἡ πρωτεύουσα εἶναι ἡ ἕδρα τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος, τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος, τῶν Ἀνωτάτων Ἐκπαιδευτικῶν Ἱδρυμάτων καὶ Δικαστηρίων, ὡς καὶ τῶν πάσης φύσεως ὀργανισμῶν πολιτιστικῆς ἐκδηλώσεως καὶ κοινωνικῆς προνοίας. Ἕνεκεν τῶν ἰδιοτήτων ἃς κέκτηται ἡ πρωτεύουσα ἑνὸς κράτους, προκαλεῖται πρὸς αὐτὴν μεγάλη συγκέντρωσις ἀνθρώπων.
Ἡ συγκέντρωσις τῶν ἀνθρώπων εἰς τὰς μεγάλας πόλεις ἔχει ἐπηρεασθῆ εἴς τινας περιπτώσεις καὶ ἐξ εἰδικῶν λόγων. Οὕτω, οἱ μετανάσται τῆς Ἀμερικῆς καὶ τῆς Αὐστραλίας μεταβαίνοντες ἐκεῖ, προετίμων νὰ ἐγκαθίστανται συνήθως εἰς τὰ παραθαλάσσια μέρη, παρὰ νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῶν χωρῶν τούτων. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου πολλαὶ μεγάλαι πόλεις τῆς Ἀμερικῆς καὶ τῆς Αὐστραλίας κεῖνται εἰς παραθαλάσσια μέρη.
Αρχή ΚεφαλαίουὙπὸ τὸν ὅρον πολιτισμὸς νοεῖται τὸ σύνολον τῶν ἐνεργειῶν διὰ τῶν ὁποίων ὁ ἄνθρωπος, τὸ μὲν λαμβάνει ἐκ τῆς φύσεως ἀγαθὰ διὰ τὴν ζωὴν αὐτοῦ, τὸ δὲ καλλιεργεῖ τὰς ἐμφύτους εἰς αὐτὸν πνευματικὰς δυνάμεις. Κατὰ ταῦτα διακρίνομεν δύο εἴδη πολιτισμοῦ. Τὸν ὑλικὸν ἢ τεχνικὸν καὶ τὸν πνευματικὸν πολιτισμόν.
Ὁ ὑλικὸς πολιτισμός περιλαμβάνει τὰς ἐνεργείας ἐκείνας διὰ τῶν ὁποίων ὑποτάσσομεν τὴν φύσιν καὶ θέτομεν αὐτὴν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἡμῶν. Τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα συνιστῶσι τὸν πολιτισμὸν ἐν γένει ἑνὸς λαοῦ, ἀνταποκρίνονται εἰς ἀξιολογικὰς ῥοπὰς τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου καὶ εἶναι οὕτω πως συνδεδεμένα πρὸς ἄλληλα, ὥστε ν’ ἀποτελῶσιν ὀργανικήν τινα ἑνότητα. Αἱ τάσεις (ῥοπαὶ) τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου πρὸς ἀξιολόγησιν (ἐκτίμησιν) τῶν στοιχείων τοῦ πολιτισμοῦ δὲν εἶναι αἱ αὐταὶ εἰς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Τοὐναντίον, αὗται εἶναι ἰδιαίτεραι δι’ ἕκαστον ἄνθρωπον καὶ πολὺ περισσότερον ἰδιαίτεραι δι’ ἕκαστον λαόν. Τὴν καλλιτεχνικὴν ἀξίαν, ἐπὶ παραδείγματι, ἑνὸς γλυπτοῦ ἀντικειμένου ἢ μιᾶς μουσικῆς μελῳδίας δὲν τὴν ἀντιλαμβάνονται οἱ ἄνθρωποι κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. Ἐπίσης ἄλλην ἀντίληψιν περὶ ἑνὸς καλλιτεχνικοῦ δημιουργήματος ἔχει ὁ Αἰγύπτιος καὶ ἄλλην ὁ Ἕλλην. Τὰ στοιχεῖα τοῦ πολιτισμοῦ εἶναι ἡ θρησκεία , ἡ ἐπιστήμη , ἡ τέχνη , ἡ οἰκονομία , ἡ κοινωνία καὶ ἡ πολιτεία .
Ἡ θρησκεία . Ἡ γένεσις τῶν θρησκειῶν ὀφείλεται εἰς τὸ θρησκευτικὸν ἔνστικτον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει καὶ εἰς τοὺς μᾶλλον ἀπολιτίστους λαούς. Ἡ ἀνθρωπίνη θρησκευτικότης, ἀγομένη ἐκ τοῦ θαυμασμοῦ καὶ τοῦ φόβου πρὸς ὑπερτέραν τοῦ ἀνθρώπου δύναμιν, ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκφράσῃ τὰ συναισθήματα ταῦτα διὰ τῆς θρησκείας καὶ τῆς λατρείας. Ἐὰν ἐξετάσωμεν τὴν ἱστορικὴν διαδρομὴν τοῦ πολιτισμοῦ, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἡ θρησκεία ἤσκησε σπουδαιοτάτην ἐπίδρασιν ἐπὶ τὴν διαμόρφωσιν καὶ τὴν ἐξέλιξιν τούτου ποικιλοτρόπως. Αἱ θρησκευτικαὶ πεποιθήσεις, π.χ., τῶν ἀρχαίων Αἰγυπτίων καὶ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων διαφέρουσι κατὰ πολύ. Αὗται ἐπηρεάζουσι τὴν τάσιν τῶν λαῶν πρὸς ἐκδήλωσιν τῆς θρησκευτικότητος αὐτῶν. Οὕτω, οἱ ναοὶ τῶν Αἰγυπτίων καὶ τῶν Ἑλλήνων εἶναι ἐντελῶς διάφοροι. Οἱ Αἰγύπτιοι ἐκφράζουσι τὴν ἔννοιαν τῆς ὑπερτάτης Δυνάμεως διὰ τοῦ ὄγκου ἑνὸς οἰκοδομήματος (πυραμίδος), ἐν ᾧ οἱ Ἕλληνες ἐκφράζουσι τοῦτο διὰ τοῦ σχήματος καὶ τῆς συμμετρίας τῶν διαστάσεων τοῦ ναοῦ, τῆς τοποθεσίας τούτου, διὰ τῆς ἀπόψεως αὐτοῦ ἀπό τινος ἀποστάσεως καὶ διὰ τῆς λεπτότητος καὶ τῆς ἀφθάστου καλλιτεχνίας τῶν ἐπὶ τοῦ ναοῦ συμβολικῶν παραστάσεων, ὅπου αὗται ὑπάρχουσι (Παρθενών, ναὸς Ὀλυμπίου Διὸς ἐν Ὀλυμπίᾳ κλπ.). Ἡ χριστιανικὴ θρησκεία, χωρὶς νὰ παραλείπῃ τὴν καλλιτεχνικὴν ἐκδήλωσιν τῆς ἐξωτερικῆς λατρείας τοῦ θείου (ναὸς Ἁγίας Σοφίας, Ἁγίου Πέτρου, ἐκκλησιαστικὴ μουσική, ὑμνογραφία κλπ.), ἔχει συγκεντρώσει τὴν προσοχὴν αὐτῆς εἰς τὴν ἠθικὴν καὶ πνευματικὴν τελειοποίησιν τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἐπίδρασις αὐτῆς ἐπὶ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ πολιτισμοῦ εἶναι μεγάλη. Αἱ ἐπιστῆμαι καὶ τὰ γράμματα προήχθησαν πολὺ λόγῳ τῆς ἐπιδράσεως ἣν ἔσχε καὶ ἀσκεῖ ἡ χριστιανικὴ διδασκαλία ἐπὶ τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς.
Ἡ ἐπιστήμη . Ἐκτὸς τοῦ φαινομένου 1) τῆς γεννήσεως, 2) τῆς ζωῆς καὶ 3) τοῦ θανάτου, οἱ πρῶτοι ἄνθρωποι ἔμενον ἐκστατικοὶ πρὸ τοῦ περιβάλλοντος αὐτοὺς κόσμου καὶ τῶν ἐντυπωσιακῶν φυσικῶν φαινομένων, ὅπως εἶναι αἱ ἀστραπαί, αἱ βρονταί, οἱ κεραυνοί, αἱ βροχαί, αἱ χιόνες κλπ. Ἡ σελήνη μὲ τὰς φάσεις αὐτῆς, ὁ ἥλιος μὲ τὸ ἄπλετον φῶς καὶ τὴν ζῳογόνον αὐτοῦ δύναμιν, ὁ ἔναστρος οὐρανὸς ἐν γένει καὶ τὰ παντοῖα φυσικὰ φαινόμενα ἐπὶ τῆς γῆς δὲν προεκάλεσαν μόνον τὸν φόβον καὶ τὴν ἔκστασιν τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ διήγειρον τὴν ἐπιθυμίαν αὐτοῦ πρὸς ἑρμηνείαν ἁπάντων τούτων καὶ ἀντίληψιν τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ κόσμου. Αἱ ἐκ τοῦ ἡλίου καὶ τῆς σελήνης φωτειναὶ ἀκτῖνες ἐδημιούργησαν εἰς τὸ ἀνθρώπινον πνεῦμα τὴν ἔννοιαν τῆς εὐθείας γραμμῆς, ἐν ᾧ τὸ σχῆμα τῶν ἄστρων τούτων παρέσχε τὴν ἔννοιαν τοῦ κύκλου. Οὕτω τὰ πρῶτα στοιχεῖα τῆς γεωμετρίας ἐδόθησαν εἰς τὸν ἄνθρωπον εὐθὺς ὡς ἐνεφανίσθη οὗτος εἰς τὸν κόσμον. Οἱ δάκτυλοι τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ ὕπαρξις ἄλλων ἀνθρώπων καὶ ζῴων παρέσχον, παραλλήλως πρὸς τὰ πρῶτα στοιχεῖα τῆς γεωμετρίας, τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῆς ἀριθμήσεως. Ἡ καλλιέργεια τῶν κλάδων τούτων τοῦ ἐπιστητοῦ εἶναι συνάρτησις τῆς ἀναπτύξεως τοῦ πολιτισμοῦ ἑνὸς λαοῦ. Οἱ Κινέζοι , οἱ Ἰνδοί , οἱ Σουμέριοι , οἱ Βαβυλώνιοι καὶ οἱ Αἰγύπτιοι ἐπετέλεσαν μεγάλας προόδους εἰς τὴν ἀριθμητικήν, τὴν γεωμετρίαν καὶ τὴν μηχανικήν. Ἡ κατασκευὴ ναῶν, ἀνακτόρων, φρουρίων, ὑδραγωγείων, πλοίων κλπ. ἀπαιτεῖ γνώσεις, τὰς ὁποίας οἱ ἄνθρωποι ἀνέπτυξαν εἰς διάστημα πολλῶν χιλιάδων ἐτῶν. Ἡ ἀριθμητικὴ καὶ ἡ γεωμετρία τῶν ἀνωτέρω πεπολιτισμένων λαῶν ἦσαν ἐπιτεύγματα προελθόντα ἐκ τῆς ἐμπειρίας. Ἐκεῖνοι οἵτινες εἰσέδυσαν βαθύτερον εἰς τὴν μαθηματικὴν ἔρευναν ἦσαν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες. Ἡ μεγάλη ἐπινόησις τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων ἦτο ἡ ἀνακάλυψις τῆς ἀποδείξεως εἰς τὰ μαθηματικά. Τοῦτο ὡδήγησεν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, ὅστις εἶναι ἀξιοθαύμαστος, ἀνυπέρβλητος καὶ ἄφθαστος. Ἡ ἐπιστήμη εἶναι ἀποκλειστικὸν δημιούργημα τοῦ Ἑλληνικοῦ πνεύματος. Τὰ βάθρα ἐφ’ ὧν αὕτη ἐρείδεται εἶναι δύο: Ἡ λογικὴ τοῦ Ἀριστοτέλους καὶ τὰ Στοιχεῖα τοῦ Εὐκλείδου . Ὅτι ἡ ἐπιστήμη τῶν μαθηματικῶν ἐθεωρεῖτο ὑπὸ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων ὡς στοιχεῖον ἀνωτέρου πνευματικοῦ πολιτισμοῦ, πληροφορούμεθα καὶ ἐκ τῶν παραδόσεων. Κατὰ μίαν ἐκ τούτων, ὁ Πλάτων ἔλεγεν ὅτι ὁ Θεὸς ἀεὶ γεωμετρεῖ. (Πλούταρχος, Συμποσ. Προβλ. VΙΙΙ,2). Κατ’ ἄλλην παράδοσιν, ἀναγραφομένην ὑπὸ τοῦ Κικέρωνος, ὁ Πλάτων, ἐπιχειρῶν διὰ θαλάσσης μακρινὸν ταξίδιον, ἀπεβιβάσθη εἴς τινα μικρὰν καὶ ἄγνωστον νῆσον πλησίον τῆς ὁποίας ἐξώκειλε τὸ μεταφέρον αὐτὸν πλοῖον. Οἱ σύντροφοι αὐτοῦ ἀνησύχησαν πολὺ διὰ τὴν ζωήν των, διότι ἐνόμιζον ὅτι εὑρέθησαν εἰς χώραν βαρβάρων καὶ ἀπολιτίστων ἀνθρώπων. Ὁ Πλάτων, ἀνακαλύψας γεωμετρικὰ σχήματα κεχαραγμένα ἐπὶ τῆς ἀμμώδους παραλίας, καθησύχασε τοὺς συντρόφους αὑτοῦ, εἰπών, ὅτι δὲν διατρέχουσι κίνδυνόν τινα, διότι τὰ ἐπὶ τῆς ἀμμώδους παραλίας γεωμετρικὰ σχήματα ἀποτελοῦσι τεκμήριον ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς νήσου εἶναι πεπολιτισμένοι ἄνθρωποι (δηλ. Ἕλληνες). Ἡ ἐπιστήμη συνδέεται στενώτατα πρὸς τὴν θρησκείαν. Ἄνευ θρησκείας ἡ χρηστότης τῶν ἠθῶν εἶναι ἀδύνατος, τὰ δὲ χρηστὰ ἤθη εἶναι ὁ πρῶτος παράγων τῆς ἀκμῆς τῶν λαῶν καὶ ἑπομένως τῆς συνεχοῦς ἀναπτύξεως τῆς ἐπιστήμης καὶ τοῦ πολιτισμοῦ ἐν γένει.
Ἡ τέχνη . Λέγοντες τέχνην ἐννοοῦμεν τὴν ἱκανότητα ἐκείνην τοῦ ἀνθρώπου, διὰ τῆς ὁποίας οὗτος, μέσῳ ποικίλων δημιουργημάτων του, ἐκφράζει τὸ ἰδεῶδες τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ ὡραίου. Ἡ τέχνη, διὰ τῶν καλλιτεχνικῶν μορφῶν τὰς ὁποίας δημιουργεῖ, ἤτοι διὰ λέξεων, ἤχων, κινήσεων, χρωμάτων, σχημάτων κλπ. διεγείρει εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνθρώπου τὸ καλαισθητικὸν συναίσθημα καὶ ἀποβαίνει μέσον πρὸς δημιουργίαν συγκινήσεως ἐπὶ τῶν ἀκροατῶν, θεατῶν ἢ ἀναγνωστῶν. Ἡ τέχνη προσπαθεῖ νὰ μιμηθῇ τὴν φύσιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν βεβαίως πάντοτε ὑπολείπεται. Ἐκφράζεται ὅμως διὰ τῆς τέχνης ὁ ἐσωτερικὸς κόσμος τοῦ καλλιτέχνου, τοῦ ὁποίου ἡ προσωπικὴ σφραγὶς καὶ ἡ ἀτομικότης εἶναι ἔκδηλα εἰς πᾶν δημιούργημα αὐτοῦ. Ἡ μελέτη τῆς ἱστορίας τοῦ πολιτισμοῦ ἀποδεικνύει ὅτι ἡ ἐξέλιξις τῆς τέχνης συμβαδίζει πρὸς τὴν ἐξέλιξιν τοῦ πολιτισμοῦ, τοῦ ὁποίου αὕτη ἀποτελεῖ ἓν στοιχεῖον. Ὁ καλλιτέχνης, ἀναζητῶν τὸ ἰδεῶδες τοῦ καλοῦ, ἐπηρεάζεται ὑπὸ τῶν ἐπικρατουσῶν εἰς ἑκάστην κοινωνίαν συνθηκῶν. Ἡ ἀξία τῆς τέχνης ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι τὸ ὑπ’ αὐτῆς προκαλούμενον ψυχολογικὸν φαινόμενον ἐμπνέει, ἐλευθερώνει, ἀνακουφίζει καὶ ἐξυψοῖ τὸν καθημερινὸν βίον. Τὰ δημιουργήματα τῆς τέχνης τῶν διαφόρων λαῶν, συγκρινόμενα πρὸς ἄλληλα, παρέχουσιν εἰκόνα τοῦ πολιτισμοῦ τῶν λαῶν τούτων. Τὰ γλυπτὰ τῶν Βαβυλωνίων, τῶν Αἰγυπτίων καὶ τῶν Ἑλλήνων τῆς Μινωϊκῆς ἐποχῆς (περίπου 1500 π.Χ.) παρουσιάζουσι ὁμοιότητας ἀρκετάς, ὥστε νὰ δικαιολογῆται τὸ συμπέρασμα ὅτι οἱ πολιτισμοὶ τῶν λαῶν τούτων κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχον ὑποστῆ ἀμοιβαίαν ἐπίδρασιν. Τὰ γλυπτὰ ὅμως τῶν Ἑλλήνων, ἀπὸ τοῦ 7ου αἰῶνος μέχρι τοῦ 2ου αἰῶνος π.Χ., ἀποτελοῦσιν ἰδιότυπον δημιούργημα τῆς Ἑλληνικῆς ψυχῆς, ὅμοιον τοῦ ὁποίου δὲν ἔχει παρουσιασθῆ εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς ἀνθρωπότητος. Τὸ αὐτὸ δύναται νὰ λεχθῇ καὶ διὰ τὴν διαμόρφωσιν τῆς γλώσσης τῶν Ἑλλήνων, διὰ τὴν ποίησιν αὐτῶν, τὴν ἀρχιτεκτονικήν, τὴν μουσικήν, τὴν ζωγραφικὴν κλπ. Εἶναι λοιπὸν ἡ τέχνη σπουδαῖον στοιχεῖον τοῦ πολιτισμοῦ ἑνὸς λαοῦ. Κατὰ τὴν σημερινὴν ἐποχήν, ὅτε ὁ ῥυθμὸς τῆς ζωῆς, ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῶν ἐπιστημονικῶν ἐπιτευγμάτων, κατέστη ταχύς, ἡ τέχνη τείνει νὰ καταστῇ διεθνής, ἀφοῦ καὶ ὁ σύγχρονος πολιτισμὸς παρουσιάζει διεθνῆ χαρακτῆρα.
Ἡ οἰκονομία . Λέγοντες οἰκονομίαν, ἐννοοῦμεν τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν κατανάλωσιν οἰκονομικῶν ἀγαθῶν. Τὰ ἀπαραίτητα διὰ τὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου ἀγαθὰ λαμβάνονται ἐκ τοῦ φυτικοῦ, τοῦ ζωϊκοῦ καὶ τοῦ ὀρυκτοῦ βασιλείου. Ἡ αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ μιᾶς χώρας δημιουργεῖ τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξευρεθῶσιν εἰς ἐπαρκῆ ποσότητα τὰ ἀναγκαῖα διὰ τὴν ζωὴν ἀγαθά. Ἡ προσπάθεια πρὸς τοῦτο ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπον εἰς ἐπινοήσεις παντὸς εἴδους καὶ εἰς παρορμήσεις πρὸς καλυτέρευσιν τῶν γεωργικῶν καὶ βιομηχανικῶν μεθόδων παραγωγῆς. Ἡ ἀνάγκη τῆς μεταφορᾶς καὶ διαθέσεως τῶν οἰκονομικῶν ἀγαθῶν ἐπιβάλλει τὴν τελειοποίησιν τῶν μέσων μεταφορᾶς καὶ ὁδηγεῖ εἰς σπουδαίας, συναφεῖς πρὸς τὰς μεταφοράς, ἀνακαλύψεις. Ὅθεν ἡ οἰκονομία ἀποτελεῖ σπουδαῖον στοιχεῖον πολιτισμοῦ ἑνὸς λαοῦ.
Ἡ κοινωνία. Ἡ καθ’ ὁμάδας διαβίωσις ζῴων τοῦ αὐτοῦ εἴδους εἶναι φαινόμενον φυσικὸν ἀπαντῶν εἰς τὰ πλεῖστα τῶν ζῴων. Ὁ ἄνθρωπος κατὰ τοὺς πρώτους χρόνους τῆς ἐμφανίσεως αὐτοῦ ἐπὶ τῆς γῆς ἔζη νομαδικῶς, ὁμοῦ ὅμως μὲ ἄλλους ἀνθρώπους ἀνήκοντας εἰς τὴν αὐτὴν οἰκογένειαν. Σὺν τῷ χρόνῳ ἀνεπτύχθη οὗτος πολιτιστικῶς καὶ ἐξέλεξε μόνιμον τόπον διαμονῆς, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀφορμώμενος ἀνεύρισκε τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Ὁ ἀριθμὸς τῶν διαβιούντων εἰς τὸν αὐτὸν οἰκισμὸν ἀνθρώπων, ηὐξάνετο. Ὁ ἄνθρωπος δι’ ὁμαλὴν καὶ ἀνεκτὴν ζωὴν ἐν τῇ συμβιώσει μετ’ ἄλλων ἀνθρώπων εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀκολουθήσῃ ὡρισμένους κανόνας συμπεριφορᾶς, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν ἀποκτηθεῖσαν ὑπ’ αὐτοῦ πεῖραν εἶχον ἀποδειχθῆ λυσιτελεῖς. Ἡ καθιέρωσις θεσμῶν διαβιώσεως εἰς ἕνα οἰκισμὸν ἐγένετο διὰ τῆς συνηθείας. Οὕτω προέκυψαν τὰ ἔθιμα καὶ αἱ παραδόσεις τῶν λαῶν. Ἡ διαβίωσις τοῦ ἀνθρώπου ὡς κοινωνικοῦ ὄντος δὲν γίνεται μόνον ἐπὶ τῇ βάσει γραπτῶν νόμων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐθίμων καὶ τῶν παραδόσεων, ἅτινα εἶναι ἐρριζωμένα εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἀνθρώπων καὶ εἶναι πολλάκις ἰσχυρότερα τῶν γραπτῶν νόμων. Τὸ ἔθιμον, π.χ., τῶν ἐπισκέψεων κατὰ τὰς ὀνομαστικὰς ἑορτὰς δὲν ἐπιβάλλεται ὑπὸ νόμου τινός. Τὰ ἤθη, τὰ ἔθιμα καὶ αἱ παραδόσεις τῶν λαῶν εἶναι ποικίλα. Ταῦτα ἔχουσι προέλθει ἐκ τῶν ἀναγκῶν τῆς ζωῆς. Οἱ κανόνες τῆς κοινωνικῆς ζωῆς ἀναπτύσσονται καὶ βελτιοῦνται ἀναλόγως τῆς ἐξελίξεως τοῦ πολιτισμοῦ. Ἀποτελεῖ δὲ ἡ διαμόρφωσις τῶν ὅρων τῆς κοινωνικῆς διαβιώσεως τῶν ἀνθρώπων στοιχεῖον τοῦ πολιτισμοῦ αὐτῶν.
Ἡ πολιτεία. (τὸ Κράτος). Διὰ νὰ δημιουργηθῶσι τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα τῶν λαῶν παρῆλθε πολὺς χρόνος. Οἱ ἄνθρωποι δὲν ἐβράδυναν ν’ ἀντιληφθῶσιν ὅτι τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα, ὅσον εὐλαβῶς καὶ ἂν τηρῶνται, δὲν εἶναι ἀρκετὰ ὅπως ἐξασφαλίσωσι τὴν ὁμαλὴν κοινωνικὴν διαβίωσιν αὐτῶν. Διότι ὑπάρχουσι καὶ ἐξαιρέσεις, καθ’ ἃς οἱ ἄνθρωποι, μέλη τῆς αὐτῆς κοινωνίας, δὲν σέβονται ἐνίοτε τὰ δικαιώματα τῶν συνανθρώπων αὐτῶν. Τοιοῦτοι ἄνθρωποι ἀποτελοῦσι τοὺς ἐσωτερικοὺς ἐχθροὺς τῆς κοινωνικῆς διαβιώσεως. Ἐξ ἄλλου ὅμως ἀνέκαθεν δὲν ἦτο σπάνιον τὸ φαινόμενον, καθ’ ὃ ἄνθρωποι οἰκισμοῦ τινος ἐπεβουλεύοντο τὴν ζωὴν καὶ τὰ ἀγαθὰ τῶν ἀνθρώπων γειτονικοῦ πρὸς αὐτοὺς οἰκισμοῦ. Ἕνεκα τῶν ἀνωτέρω λόγων προέκυψεν ἡ ἀνάγκη τῆς ἱδρύσεως τῆς Πολιτείας (τοῦ Κράτους). Ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦτο νοεῖται ἡ συνισταμένη τῆς θελήσεως καὶ τῆς δυνάμεως τῶν ἀνθρώπων οἵτινες ἔχουσι κοινὴν καταγωγὴν καὶ κοινὰ ἰδανικά, πρὸς τὸν σκοπὸν ὅπως ἐξασφαλισθῇ εἰς τὰ μέλη τῆς Πολιτείας ὁ κατὰ τὸ δυνατὸν καλύτερος τρόπος ζωῆς. Εἰς τὸν τρόπον τῆς συγκροτήσεως καὶ διαρθρώσεως τῆς Πολιτείας ἀντικατοπτρίζεται καὶ ὁ βαθμὸς τοῦ πολιτισμοῦ ἑνὸς λαοῦ. Κατὰ τοὺς πρώτους χρόνους τῆς κοινωνικῆς διαβιώσεως τῶν ἀνθρώπων, ὅτε τὸ κῦρος τῆς Πολιτείας ἐξετείνετο ἐπὶ τῶν μελῶν ἑνὸς οἰκισμοῦ μόνον, ἡ ἐκλογὴ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Κράτους ἐγίνετο εἴτε διὰ κοινῆς συμφωνίας τῶν ἀρχηγῶν τῶν εἰς τὸν οἰκισμὸν διαβιουσῶν οἰκογενειῶν, εἴτε διὰ βιαίας ἐπιβολῆς ἀτόμου τινός. Μὲ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ τὸ ζήτημα τῆς συγκροτήσεως τῆς Πολιτείας ἐγένετο πολύπλοκον. Εἰς τὴν ἀρχαίαν Αἴγυπτον ὁ ἀνώτατος Ἄρχων τῆς Πολιτείας ἦτο συγχρόνως περιβεβλημένος καὶ μὲ τὸ ἀνώτατον θρησκευτικὸν ἀξίωμα. Τοῦτο συνέβαινε καὶ εἰς πολλὰς ἄλλας Πολιτείας τῆς ἀρχαιότητος. Καλῶς λειτουργοῦσα Πολιτεία ὀνομάζεται εὐνομουμένη. Εἰς ταύτην ἔχουσι θεσπισθῆ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἀπορρέουσιν ἐκ τοῦ δικαίου. Ὁ καλὸς τρόπος τῆς συγκροτήσεως τῆς Πολιτείας καὶ τῆς ψηφίσεως τῶν νόμων, ἡ χρηστὴ διοίκησις καὶ ἡ μετ’ εὐλαβείας τήρησις τῶν νόμων ὑπὸ τῶν πολιτῶν εἶναι ἐκ τῶν θεμελιωδῶν στοιχείων, ἅτινα συνιστῶσι τὸν πολιτισμὸν ἑνὸς λαοῦ.
Αρχή ΚεφαλαίουΑἱ θρησκεῖαι. Αἱ θρησκεῖαι διακρίνονται εἰς τρία κυρίως εἴδη: Εἰς τὸν μονοθεϊσμόν , τὸν πολυθεϊσμόν , καὶ τὸν ἀνιμισμόν . Εἱς τὸν μονοθε ϊσμόν ἀνήκουσιν ὁ Χριστιανισμός , ὁ Ἰουδαϊσμὸς καὶ ὁ Μωαμεθανισμός . Αἱ θρησκεῖαι αὗται παραδέχονται τὴν ὕπαρξιν ἑνὸς καὶ μόνον Θεοῦ. Οἱ Χριστιανοὶ κατοικοῦσιν εἱς τὴν Εὐρώπην καὶ τὴν Ἀμερικὴν κυρίως. Εἰς ὅλας ὅμως τὰς ἠπείρους τῆς γῆς ὑπάρχουσι χριστιανοὶ προερχόμενοι εἴτε ἐκ λευκῶν ἀποίκων εἴτε ἐξ ἰθαγενῶν προσηλυτισθέντων εἰς τὸν Χριστιανισμόν. Εἰς τὸν Ἰουδαϊσμὸν ἀνήκουσιν οἱ Ἑβραῖοι τοῦ Κράτους τοῦ Ἰσραὴλ καὶ οἱ Ἑβραῖοι οἱ διεσκορπισμένοι εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς γῆς. Ὁ πολυθεϊσμὸς δέχεται τὴν ὕπαρξιν πολλῶν θεοτήτων. Εἰς τοῦτον ὑπάγονται ὁ Βραχμανισμὸς (ὀνομάζεται καὶ Ἰνδοϊσμός), ὅστις ἐπικρατεῖ εἰς τὰς Ἰνδίας, ὁ Κομφουκισμός, ὁ Βουδδισμός, ὁ Σιντοϊσμὸς καὶ ὁ Ταοϊσμός, οἵτινες ἐπικρατοῦσιν εἰς τὸ Θιβέτ, τὴν Κίναν, τὴν Κορέαν, τὴν Ἰαπωνίαν, τὴν Μογγολίαν, τὴν Ἰνδοκίναν καί τινας νήσους τῆς Ἰνδονησίας. Ὁ ἀνιμισμὸς δέχεται ὅτι πᾶν ὀργανικὸν ἢ ἀνόργανον ὂν ἔχει ψυχήν. Εἰς τὸν ἀνιμισμὸν ἀνήκουσιν οἱ ὀλιγώτερον προηγμένοι λαοὶ τῆς Κεντρικῆς Ἀφρικῆς, τῆς Κεντρικῆς καὶ Βορείου Ἀσίας καὶ πολλοὶ μαῦροι. Ἡ γεωγραφικὴ κατανομὴ τῶν θρησκευμάτων ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ παρατιθεμένου πίνακος.
Ἡ γεωγραφικὴ κατανομὴ τῶν θρησκευμάτων (1959) εἰς ἑκατομμύρια.
| Εἴδη | Εὐρώπη | Ἀσία | Ἀφρικὴ | Βορ. Ἀμερ. | Νοτ. Ἀμερ. | Ὠκεανία | Σύνολον |
| Διαμαρτυρόμενοι | 114 | 8 | 7 | 70 | 3 | 3 | 198 |
| Καθολικοὶ | 233 | 32 | 19 | 94 | 117 | 9 | 504 |
| Ὀρθόδοξοι | 225 | 8 | 6 | 3 | - | - | 242 |
| Χριστιανοὶ | 572 | 48 | 32 | 167 | 120 | 12 | 951 |
| Βουδδισταὶ | 150 | - | 150 | ||||
| Ἑβραῖοι | 3 | 2 | - | 5 | 10 | ||
| Ἰνδοϊσταὶ | 320 | - | 320 | ||||
| Κονφουκιανοὶ | 300 | - | 300 | ||||
| Μωαμεθανοὶ | 320 | 89 | - | 409 | |||
| Πρωτόγονοι | 44 | 76 | - | 3 | 123 | ||
| Σιντοϊσταὶ | 30 | - | 30 | ||||
| Ταοϊσταὶ | 50 | - | 50 | ||||
| Ἄλλων Θρησκ. | 37 | 250 | 23 | 74 | 6 | 3 | 393 |
Αἱ γλῶσσαι. Ἡ γλῶσσα εἶναι τὸ μέσον τὸ ὁποῖον διευκολύνει τὸν ἄνθρωπον νὰ ζῇ βίον κοινοβιακόν. Ὁ προφορικὸς λόγος ἰδίως χαρακτηρίζει τοὺς ἀνθρώπους, οἵτινες ἔχουσι τὴν αὐτὴν Πατρίδα. Μεγάλοι γεωγραφικοὶ χῶροι διακρίνονται ἐκ τῆς γλώσσης, τὴν ὁποίαν ὁμιλοῦσιν οἱ κατοικοῦντες εἰς αὐτοὺς ἄνθρωποι.
Γλῶσσαι αἱ ὁποῖαι χρησιμοποιοῦνται εἰς τὴν παγκόσμιον συνεννόησιν, ὀνομάζονται διεθνεῖς γλῶσσαι. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν ἀνακαλύψεων, ὅτε ἀνεπτύχθησαν πολὺ αἱ συγκοινωνίαι καὶ τὸ διεθνὲς ἐμπόριον, εὐρωπαϊκαί τινες γλῶσσαι κατέστησαν διεθνεῖς. Τοιαῦται γλῶσσαι εἶναι ἡ ἀγγλική, ἡ ἱσπανική, ἡ πορτογαλική, ἡ γαλλική. Ἡ ῥωσσικὴ γλῶσσα ἔχει διαδοθῆ εἰς τὴν Σιβηρίαν, ἐν ᾧ ἡ γερμανικὴ κατέστη διεθνὴς γλῶσσα λόγῳ τοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν ἐπιτευγμάτων τῆς γερμανικῆς ἐπιστήμης. Ἡ γλωσσολογία διακρίνει 2800 γλώσσας ἐφ’ ὅλης τῆς γῆς.
Γεωγραφικὴ κατανομὴ τῶν γλωσσῶν . Αἱ γλῶσσαι ὁμιλοῦνται ὡς μητρικαὶ εἰς κεκλεισμένας γεωγραφικὰς περιοχάς. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ περιοχαί τινες ἔνθα, παρὰ τὰς μητρικάς, χρησιμοποιοῦνται εἰς τὴν διοίκησιν, τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν συγκοινωνίαν καὶ ἄλλαι γλῶσσαι.
Ἡ ἀγγλικὴ ὁμιλεῖται ὡς μητρικὴ γλῶσσα εἰς τὴν Ἀγγλίαν, τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς καὶ τὸν Καναδᾶν. Εἰς τὴν νοτιοανατολικὴν περιοχὴν τοῦ Καναδᾶ ὁμιλεῖται ὡς μητρικὴ γλῶσσα ἡ γαλλική. Παρὰ τὰς τοπικὰς μητρικὰς γλώσσας, ὁμιλεῖται ἡ ἀγγλικὴ εἰς τὴν Αὐστραλίαν, Νέαν Ζηλανδίαν, Φιλιππίνας, Βόρειον Βόρνεον, τὰς νήσους τοῦ Μαλαϊκοῦ πελάγους, τὴν Νότιον Ἀφρικὴν κλπ.
Ἡ ἀραβικὴ ὁμιλεῖται ὡς μητρικὴ γλῶσσα εἰς τὴν Ἀραβίαν, Συρίαν, Ὑπεριορδανίαν, Λίβανον, Ἰράκ, Αἴγυπτον, Σουδάν, Λιβύην, Τυνησίαν, Ἀλγέριον, Μαρόκον, Δυτικὴν Σαχάραν. Εἰς περιοχάς τινας τῆς Ἀβησσυνίας ὁμιλοῦνται ὡς μητρικαὶ γλῶσσαι ἀραβικαὶ διάλεκτοι.
Ἡ βεγγαλικὴ ὁμιλεῖται ὡς μητρικὴ γλῶσσα εἰς τὴν Βεγγάλην τῶν Ἰνδιῶν.
Ἡ γαλλικὴ ὁμιλεῖται ὡς μητρικὴ γλῶσσα εἰς τὴν Γαλλίαν, τὴν Δυτικὴν Ἑλβετίαν καὶ τὸ μεγαλύτερον μέρος τοῦ Βελγίου. Παρὰ τὰς τοπικὰς γλώσσας, ὁμιλεῖται εἰς τὴν Κορσικήν, τὸ Λουξεμβοῦργον, τὰς ἀφρικανικὰς κτήσεις τῆς Γαλλίας καὶ εἰς τὸν νοτιοανατολικὸν Καναδᾶν.
Ἡ γερμανικὴ ὁμιλεῖται ὡς μητρικὴ γλῶσσα εἰς τὴν Γερμανίαν, τὴν Αὐστρίαν, τὴν Γερμανικὴν Ἑλβετίαν καὶ τὸ Λουξεμβοῦργον. Παρὰ τὰς τοπικὰς γλώσσας, ὁμιλεῖται αὕτη εἰς τὸ νότιον Τυρόλον καὶ ὡς γλῶσσα συγκοινωνίας εἰς τὴν Γιουγκοσλαυΐαν, Οὑγγαρίαν, Τσεχοσλοβακίαν.
Ἡ ἰαπωνικὴ ὁμιλεῖται μόνον ὡς μητρικὴ γλῶσσα εἰς τὴν Ἰαπωνίαν.
Ἡ ἰνδικὴ ὁμιλεῖται ὡς μητρικὴ γλῶσσα εἰς τὸ μέσον καὶ δυτικὸν Ἰνδοστάν. Παρὰ τὰς τοπικὰς γλώσσας, ὁμιλεῖται αὕτη εἰς τὴν Βιρμανίαν καὶ τὸ Πακιστάν. Ὡς μητρικὴ γλῶσσα εἰς τὸ Πακιστὰν ὁμιλεῖται ἡ καλουμένη Οὐρντού.
Ἡ ἱσπανικὴ ὁμιλεῖται ὡς μητρικὴ γλῶσσα εἰς τὴν Ἱσπανίαν (ἐκτὸς τῆς Καταλωνίας καὶ τῆς περιοχῆς τῶν Δυτικῶν Πυρρηναίων, ἔνθα κατοικοῦσιν οἱ Βάσκοι), εἰς τὴν Νότιον καὶ τὴν Κεντρικὴν Ἀμερικήν.Παρὰ τὰς τοπικὰς γλώσσας, ὁμιλεῖται ἡ ἱσπανικὴ εἰς τὴν Καταλωνίαν, τὴν περιοχὴν τῶν Δυτικῶν Πυρηναίων καὶ εἰς τὰς ἀφρικανικὰς κτήσεις τῆς Ἱσπανίας.
Ἡ ἰταλικὴ ὁμιλεῖται ὡς μητρικὴ γλῶσσα εἰς τὴν Ἰταλίαν.
Ἡ κινεζικὴ ὁμιλεῖται εἰς τὴν Κίναν, Ματζουρίαν, Μογγολίαν (μητρικὴ). Παρὰ τὰς τοπικὰς, ὁμιλεῖται αὕτη εἰς τὸ Θιβὲτ καὶ τὰς παραμεθορίους περιοχὰς τῆς δυτικῆς καὶ βορειοδυτικῆς Κίνας.
Ἡ πορτογαλικὴ ὁμιλεῖται ὡς μητρικὴ γλῶσσα εἰς τὴν Πορτογαλίαν καὶ τὴν Βραζιλίαν. Παρὰ τὰς τοπικὰς γλώσσας, ὁμιλεῖται αὕτη εἰς πρώην ἀφρικανικὰς κτήσεις τῆς Πορτογαλίας, εἰς τὰς Ἀζόρας καὶ τὴν Μαδέραν.
Ἡ ῥωσσικὴ ὁμιλεῖται ὡς μητρικὴ γλῶσσα εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν ῾Ρωσσίαν (ἐκτὸς τῆς Οὐκρανίας, ὅπου ὡς μητρικὴ ὁμιλεῖται ἡ οὐκρανικὴ γλῶσσα), εἰς τὴν περιοχὴν τῶν Οὐραλίων, εἰς τὸν Καύκασον καὶ εἰς πολλὰς πόλεις τῆς Σιβηρίας. Παρὰ τὰς τοπικὰς γλώσσας, ὁμιλεῖται αὕτη εἰς τὴν Σιβηρίαν καὶ τὴν Καρελίαν.
Αἱ περισσότερον ὁμιλούμεναι γλῶσαι εἰς ἑκατομμύρια.
| Γλῶσσαι | ἑκατομμ. | Γλῶσσαι | ἑκατομμ. |
| Ἀγγλικὴ | 278 | Ἱσπανικὴ | 142 |
| Ἀραβικὴ | 76 | Ἰταλικὴ | 57 |
| Γαλλικὴ | 70 | Κινεζικαὶ | 640 |
| Γερμανικὴ | 120 | Οὐκρανικὴ | 40 |
| Ἰαπωνικὴ | 95 | Πολωνικὴ | 33 |
| Ἰνδικαὶ | 500 | Πορτογαλικὴ | 74 |
| Ἰνδονησιακαὶ | 110 | Ῥωσσικὴ | 156 |
Τὰ πολιτεύματα . Τὸ σύστημα διακυβερνήσεως ἑνὸς κράτους, ἤτοι ὁ τρόπος καθ’ ὃν εἶναι κατανεμημέναι καὶ ἀσκοῦνται αἱ ἐξουσίαι εἰς αὐτό, καλεῖται πολίτευμα. Δύο εἶναι κυρίως οἱ τύποι τοῦ πολιτεύματος: ἡ Βασιλεία καὶ ἡ Δημοκρατία. Ἑκάστου τῶν τύπων τούτων ὑπάρχουσι παραλλαγαί, ὅπως π.χ. τῆς Βασιλείας ἡ ἀπόλυτος Μοναρχία καὶ ἡ Συνταγματικὴ Βασιλεία. Εἰς τὴν Βασιλείαν ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων εἶναι κληρονομικός, ἐν ᾧ εἰς τὴν Δημοκρατίαν εἶναι αἱρετός, ἐκλεγόμενος καθ’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα. Ἐὰν ἡ ἄσκησις τῶν ἐξουσιῶν γίνεται ὑπὸ ἑνὸς ἢ περισσοτέρων ἀτόμων, ἅτινα ἔχουσι καταλάβει τὴν Ἀρχὴν διὰ τῆς βίας, τὸ σύστημα διακυβερνήσεως τοῦ κράτους ἀποτελεῖ καθεστώς, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται Δικτατωρία ἢ Ὁλοκληρωτικὸν καθεστώς.
Ἀπόλυτος Μοναρχία ὑπάρχει σήμερον εἰς τὴν Αἰθιοπίαν καὶ εἴς τινα Ἀραβικὰ Κράτη. Ἀπόκλισις τοῦ πολιτεύματος τούτου πρὸς τὴν Συνταγματικὴν Βασιλείαν εἶναι τὸ πολίτευμα τῆς Βασιλείας τῆς Ἰαπωνίας καὶ τῆς Περσίας (Ἰράν).
Συνταγματικὴν Βασιλείαν ἔχουσι: Ἡ Ἑλλὰς (Βασιλευομένη Δημοκρατία), ἡ Ἀγγλία, ἡ Ὁλλανδία, τὸ Βέλγιον, ἡ Δανία, ἡ Νορβηγία, ἡ Σουηδία.
Δημοκρατίαν ἔχουσι: Τὰ κράτη τῆς Ἀμερικῆς. Εἰς τὴν Εὐρώπην: ἡ Γαλλία, ἡ Ἰταλία, ἡ Δυτικὴ Γερμανία, ἡ Ἑλβετία, ἡ Αὐστρία, ἡ Πορτογαλία, ἡ Ἰρλανδία, ἡ Ἰσλανδία καὶ ἡ Φινλανδία. Εἰς τὴν Ἀσίαν: ἡ Τουρκία, ὁ Λίβανος, ἡ Κύπρος, τὸ Ἰσραήλ, ἡ Ἰνδονησία, ἡ Ταϊλάνδη, ἡ νότιος Κορέα. Εἰς τὴν Ἀφρικήν: ἡ Λιβερία, τὸ Κογκὸ καί τινα ἄλλα νέα μικρὰ Κράτη τῆς Ἀφρικῆς.
Αἱ Ἰνδίαι, τὸ Πακιστὰν καὶ ἡ Κεϋλάνη ἔγιναν ἀνεξάρτητα κράτη μετὰ τὸν δεύτερον παγκόσμιον πόλεμον καὶ ἔχουσι πολίτευμα δημοκρατικόν. Ταῦτα εἶναι μέλη τῆς Βρεττανικῆς Κοινοπολιτείας. Εἰς ταύτην ἀνήκουσιν ἐπίσης ὁ Καναδᾶς, ἡ Νοτιοαφρικανικὴ Ἕνωσις, ἡ Αὐστραλία καὶ ἡ Νέα Ζηλανδία. Καὶ τὰ κράτη ταῦτα ἔχουσι πολίτευμα δημοκρατικὸν καὶ εἶναι μέλη τῆς Βρεττανικῆς Κοινοπολιτείας. Εἰς ταύτην ἀνήκει καὶ ἡ Κύπρος.
Δικτατωρία ὑπάρχει: εἰς τὴν Ῥωσσίαν, τὴν Πολωνίαν, Οὑγγαρίαν, Τσεχοσλοβακίαν, Ῥουμανίαν, Βουλγαρίαν, Ἀν. Γερμανίαν, Ἀλβανίαν, Ἱσπανίαν, Κίναν, Ἰράκ, Αἴγυπτον καὶ Κούβαν.
Αρχή ΚεφαλαίουΑἱ χῶραι εἰς τὰς ὁποίας ἀνεπτύχθη κατὰ τὴν ἀρχαιότητα ὁ πολιτισμός, εἶναι ἡ Μεσοποταμία, ἡ Αἴγυπτος, ἡ Κίνα, αἱ Ἰνδίαι καὶ ἡ Ἑλλάς.
Ἡ Μεσοποταμία. Ἐκ τῶν ἀρχαιολογικῶν ἀνασκαφῶν τῆς Μεσοποταμίας συνάγεται τὸ συμπέρασμα ὅτι κατὰ τὸ τέλος τῆς τετάρτης χιλιετηρίδος π.Χ. (περὶ τὸ 3200 π.Χ.) εἶχεν ἀναπτυχθῆ ἐκεῖ σπουδαῖος πολτισμός (οἰκίαι, ναοί, διώρυχες, κεραμευτικὴ τέχνη, χρωματισμένα μωσαϊκὰ μὲ γεωμετρικὰ σχεδιάσματα, γραφὴ δι’ εἰκόνων). Ὁ πολιτισμὸς οὗτος ἀποδίδεται εἰς τὸν λαὸν τῶν Σουμερίων, ὅστις δὲν ἦτο σημιτικῆς καταγωγῆς. Περὶ τὸ 2000 π.Χ. οἱ Σημῖται Βαβυλώνιοι κατέλυσαν τὸ Κράτος τῶν Σουμερίων, παρέλαβον ὅμως παρ’ αὐτῶν πλεῖστα πολιτιστικὰ στοιχεῖα. Ὑπὸ τὴν Δυναστείαν ἰδίως τοῦ Χαμουραμπὶ (περίπου 1704-1662 π.Χ.) οἱ Βαβυλώνιοι ἐπετέλεσαν μεγάλας προόδους εἰς ὅλα τὰ πεδία τοῦ πολιτισμοῦ. Πρὸ δεκαετηρίδων τινῶν εὑρέθησαν εἰς τὴν Μεσοποταμίαν ἐνεπίγραφοι πινακίδες, εἰς τὰς ὁποίας ἔχουσι χαραχθῆ διὰ σφηνοειδοῦς γραφῆς νόμοι, συμβόλαια, ἀστρονομικαὶ παρατηρήσεις, ὕμνοι θρησκευτικοί, ἀριθμητικαί τινες καὶ γεωμετρικαὶ προτάσεις. Ἡ ἀνάγνωσις τῶν προτάσεων τούτων ὡδήγησε πολλοὺς εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι οἱ Βαβυλώνιοι ἐγνώριζον, μεταξὺ ἄλλων μαθηματικῶν, καὶ τὸ Πυθαγόρειον θεώρημα καὶ ὅτι συνεπῶς οἱ Ἕλληνες ἐδιδάχθησαν αὐτὸ παρὰ τῶν Βαβυλωνίων. Τὸ συμπέρασμα τοῦτο δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν πραγματικότητα, διότι πλεῖσται ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἐνεπιγράφων πινακίδων προέρχονται ἐξ ἀρχαιοκαπηλείας καὶ κατὰ συνέπειαν εἶναι ἀδύνατον νὰ καθορισθῇ ὁ τόπος τῆς προελεύσεώς των καὶ τὸ ἀρχαιολογικὸν στρῶμα ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξήχθησαν καὶ ἑπομένως ὁ χρόνος τῆς γραφῆς των. Θεωρεῖται πολὺ πιθανόν, ὅτι αἱ μαθηματικαὶ αὗται γνώσεις τῶν Βαβυλωνίων κατεγράφησαν κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, εἶναι δηλ. αὗται γνώσεις ἑλληνικῆς προελεύσεως.
Τὰ ἀστρονομικὰ ὅμως ἐπιτεύγματα τῶν Σουμερίων καὶ τῶν μεταγενεστέρων τούτων Βαβυλωνίων θεωροῦνται σημαντικά. Ἡ διαίρεσις τοῦ κύκλου εἰς 360 μοίρας καὶ τοῦ ἡμερονυκτίου εἰς 24 ὥρας εἶναι ἐπινοήσεις τῶν Βαβυλωνίων. Ἡ χρησιμοποίησις παρ’ ὅλου τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου τοῦ ἀριθμοῦ 12 εἰς τὰ ὡρολόγια προέρχεται ἐπίσης ἐκ τῶν Βαβυλωνίων. Ἐκ τῶν εὑρεθέντων ἐρειπίων τῶν ἀνακτόρων τῆς Βαβυλῶνος φαίνεται, ὅτι καὶ ἡ ἀρχιτεκτονικὴ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην (1700 π.Χ.) ἦτο λίαν ἀνεπτυγμένη.
Ἡ Αἴγυπτος. Εἰς τὴν Αἴγυπτον ἔχομεν ἀρχαιότατα δείγματα πολιτισμοῦ διάφορα κτερίσματα ἐκ τῶν εὑρεθέντων τάφων τῶν Φαραώ, τὰς Πυραμίδας καὶ ἐρείπια ἀνακτόρων ἀναγομένων εἰς τὴν τρίτην χιλιετηρίδα π.Χ. Ἐκ τούτων καταφαίνεται ὁ μέγας βαθμὸς πολιτισμοῦ τῆς ἀρχαίας Αἰγύπτου καὶ ἐκ τῶν ἔργων τέχνης, ἰδίως τῆς γλυπτικῆς, ἡ συγγένεια τοῦ πολιτισμοῦ τούτου πρὸς τὸν βαβυλωνιακὸν πολιτισμόν. Πρὸ δεκάδων τινῶν ἐτῶν ἀνεκαλύφθη ἐν Αἰγύπτῳ πάπυρος περιέχων ἀριθμητικὰς καὶ γεωμετρικὰς προτάσεις, γραφείσας ὑπὸ τοῦ μαθηματικοῦ Ἄμες (Ahmes) περὶ τὸ 1700 π.Χ. Ὁ πάπυρος οὗτος φυλάσσεται εἰς τὸ Ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον τοῦ Λονδίνου καὶ φέρεται ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ ἀγοράσαντος αὐτὸν Ἄγγλου Ῥὶντ (Rhind). Κατὰ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἐγράφη ὁ παλαιὸς οὗτος αἰγυπτιακὸς πάπυρος, ἤκμαζεν ἡ Τίρυνς (εἰς τὴν Ἀργολικὴν πεδιάδα), τῆς ὁποίας τὰ ἀνάκτορα μαρτυροῦσι τὴν ὕπαρξιν μεγάλου Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Αἱ εἰς τὸν πάπυρον τοῦ Ῥὶντ περιεχόμεναι μαθηματικαὶ προτάσεις εἶναι ἐμπειρικῆς μορφῆς, ὡς καὶ αἱ μαθηματικαὶ προτάσεις αἱ περιεχόμεναι εἰς τὰς εὑρεθείσας ἐν Μεσοποταμίᾳ ἐνεπιγράφους πινακίδας τῶν Βαβυλωνίων. Οἱ Αἰγύπτιοι εἶχον δύο γραφάς: τὴν ἱερογλυφικήν, ἥτις ἐχρησιμοποιεῖτο εἰς τὴν ἐπίσημον καθαρεύουσαν γλῶσσαν, καὶ τὴν κοινὴν διὰ τὴν καθο μιλουμένην γλῶσσαν τοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἀπαιδεύτων Αἰγυπτίων (τοῦ Αἰγυπτιακοῦ ὄχλου, κατὰ τὸν Πλάτωνα). Ἐπὶ μακρὸν χρόνον αἱ αἰγυπτιακαὶ ἐπιγραφαὶ παρέμενον ἀνερμήνευτοι. Κατὰ τὸ 1799, ὅτε ὁ Ναπολέων Βοναπάρτης ἐξεστράτευσε κατὰ τῆς Αἰγύπτου, εὑρέθη ὑπὸ Γάλλου ἀρχαιολόγου, ὅστις συνώδευεν αὐτὸν κατὰ τὴν ἐκστρατείαν ἐκείνην, ἐνεπίγραφος πλὰξ περιέχουσα τὰς αὐτὰς γραμμὰς κειμένου εἰς τρεῖς γλώσσας: 1) εἰς τὴν καθαρεύουσαν ἐπίσημον αἰγυπτιακὴν γλῶσσαν, 2) εἰς τὴν δημοτικὴν αἰγυπτιακὴν τοῦ ἀπαιδεύτου ὄχλου καὶ 3) εἰς τὴν ἑλληνικήν. Παρὰ ταῦτα, μόλις κατὰ τὸ 1822 κατωρθώθη ἡ ἀνάγνωσις τῶν δύο τούτων εἰδῶν αἰγυπτιακῆς γραφῆς καὶ αὕτη ὄχι πλήρως.
Αἱ Ἰνδίαι . Ὡς ἀρχαιότερον ἐκ τῶν διασωθέντων χειρογράφων θεωρεῖται τὸ περιέχον τὰς Ἰνδικὰς Βέδας. (Ἡ λέξις Βέδαι εἶναι σανσκριτικὴ καὶ σημαίνει γνώσεις). Αἱ Ἰνδικαὶ Βέδαι εἶναι βιβλία θρησκευτικοῦ καὶ φιλοσοφικοῦ περιεχομένου. Θεωρεῖται ὅτι ἐγράφησαν περὶ τὸ 2000-1500 π.Χ. Ἡ γλῶσσα εἰς τὴν ὁποίαν ἔχουσι γραφῆ αἱ Βέδαι εἶναι ἡ σανσκριτικὴ, ἡ ὁποία κατὰ τὴν συγκριτικὴν γλωσσολογίαν θεωρεῖται ἡ μήτηρ τῶν εὐρωπαϊκῶν γλωσσῶν. Εἰς τοὺς Ἰνδοὺς ὀφείλεται ἡ ἐπινόησις τῶν συμβόλων δι’ ὧν παρίστανται οἱ ἀριθμοί, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν Ἀράβων μετεδόθησαν εἰς τὴν Εὐρώπην, δι’ ὃ καὶ ὀνομάζονται ἀραβικοὶ ἀριθμοί. (Τὸ σύμβολον διὰ τὸ μηδὲν (0) ἐπενοήθη ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων).
Ἡ Κίνα . Καὶ ὁ πολιτισμὸς τῆς Κίνας θεωρεῖται ἐξ ἴσου παλαιὸς ὡς καὶ ὁ τῆς Μεσοποταμίας, τῆς Αἰγύπτου καὶ τῆς Ἑλλάδος. Πολλοὺς αἰῶνας π.Χ. οἱ Κινέζοι ἐγνώριζον γραφήν, τῆς ὁποίας τὰ γράμματα ἦσαν σύμβολα ζῴων, φυτῶν κλπ. καὶ εἶχον τὴν ἔννοιαν λέξεων. Τὴν γραφὴν ταύτην διατηροῦσιν οὗτοι μέχρι σήμερον. Οἱ Κινέζοι, φαίνεται, ὅτι ἐγνώριζον τὴν πυξίδα καὶ τὴν πυρίτιδα κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνας π.Χ.
Ἡ Ἑλλάς. Τὰ στοιχεῖα τοῦ πρώτου Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ συνάγομεν ἐκ τῶν ἀρχαιολογικῶν εὑρημάτων τοῦ Ὀρχομενοῦ (6000 περίπου π.Χ.), τῆς παλαιᾶς Κορίνθου καὶ τῆς Χαιρωνείας (4000-3000π.Χ.), τῆς Τίρυνθος (1700 π.Χ.), τῆς Κρήτης, τῶν Μυκηνῶν καὶ τῆς Πύλου (1600-1200 π.Χ.). Τὰ ἔπη τοῦ Ὁμήρου, τὰ ὁποῖα εἶναι τὸ ὕψιστον καὶ ἀνυπέρβλητον ποιητικὸν δημιούργημα τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος, συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς ἐπόψεως ὅτι κατὰ τὴν Ὁμηρικὴν ἐποχήν, ἡ ὁποία ὑπολογίζεται περὶ τὸ 1000-800 π.Χ., ὁ Ἑλληνικὸς πολιτισμὸς εὑρίσκετο εἰς λίαν ὑψηλὸν ἐπίπεδον.
Τὸ ἄφθαστον κάλλος τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς γλώσσης, ἡ ἀπαράμιλλος τελειότης τῶν δημιουργημάτων τῆς Ἑλληνικῆς τέχνης, ἡ θεμελίωσις τῆς λογικῆς ὡς ἐπιστήμης, ἡ δημιουργία καὶ ἀνάπτυξις τῶν μαθηματικῶν καὶ τῶν ἐπιστημῶν ἐν γένει, ἡ δημιουργία καὶ ἡ ἀνάπτυξις τοῦ θεάτρου καὶ τοῦ ἀθλητισμοῦ, τελείως ἀγνώστων εἰς ἄλλους πεπολιτισμένους λαοὺς τῆς ἀρχαιότητος, ἡ ἔξαρσις τῆς ἀνθρωπίνης ἀξίας, ἡ δημιουργία καὶ ἡ ἀνάπτυξις τῆς κορωνίδος τῶν ἐπιστημῶν-τῆς φιλοσοφίας-εἶναι τὰ ἐπιτεύγματα τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, ὅμοια τῶν ὁποίων εἰς οὐδένα ἄλλον πολιτισμὸν ἀνευρίσκονται. Ὁ γεωγραφικὸς χῶρος εἰς τὸν ὁποῖον ἀνεπτύχθη ὁ πολιτισμὸς οὗτος εἶναι ὁ ἐντὸς τῶν σημερινῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος, ἡ Ἰλλυρία μετὰ τῆς λοιπῆς Μακεδονίας-Θρᾴκης, ἡ βόρειος, δυτικὴ καὶ νότιος Μικρὰ Ἀσία, ἡ Κύπρος, ἡ Σικελία καὶ ἡ κάτω Ἰταλία, τὰ παράλια τῆς Κυρηναϊκῆς. Κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου καὶ τῶν διαδόχων αὐτοῦ, ὡς καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Βυζαντίου, ὁ ἑλληνικὸς πολιτιστικὸς χῶρος ἦτο πολὺ εὐρύτερος. Τὰ σπουδαιότερα κέντρα τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ ἦσαν: αἱ Ἀθῆναι , ἡ Κνωσός , αἱ Μυκῆναι , ἡ Πύλος , ἡ Σπάρτη , αἱ Θῆβαι , τὸ Ἄργος , ἡ Κόρινθος , ἡ Μίλητος , ἡ Πριήνη , αἱ Συρακοῦσαι , ὁ Ἀκράγας , ὁ Τάρας , ἡ Ἐλέα , ἡ Σμύρνη ἡ Ἀλεξάνδρεια , ἡ Κωνσταντινούπολις .
Αρχή ΚεφαλαίουἩ τελειοποίησις τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων ὁ ἄνθρωπος ὑποτάσσει τὴν φύσιν καὶ θέτει αὐτὴν εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν βιοτικῶν αὐτοῦ ἀναγκῶν, καὶ ἡ χρησιμοποίησις τῶν ἐπιτευγμάτων τοῦ πνευματικοῦ πολιτισμοῦ εἰς τὸν καθ’ ἡμέραν αὐτοῦ βίον συνιστῶσι τὴν πεπολιτισμένην ζωήν. Εἶναι εὐνόητον ὅτι ὑπάρχουσι διάφοροι βαθμίδες τῆς ζωῆς ταύτης, ὄχι μόνον μεταξὺ διαφόρων λαῶν, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν πόλεων ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ Κράτους. Ἀκόμη καὶ εἰς τὴν αὐτὴν πόλιν καὶ εἰς τὸ αὐτὸ χωρίον παρατηροῦνται διακρίσεις τῆς ζωῆς ταύτης, διότι ἡ διαβίωσις τῶν κατοίκων ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν οἰκονομικῶν δυνατοτήτων ἑκάστης οἰκογενείας. Ἡ συνδρομὴ τοῦ εὐνομουμένου καὶ προωδευμένου κράτους πρὸς τοὺς πολίτας αὐτοῦ (νοσοκομεῖα, σχολεῖα καὶ λοιπὰ πολιτιστικὰ ἱδρύματα) εἶναι σημανική. Ἀπὸ τῆς ἐπόψεως τῆς πεπολιτισμένης ζωῆς διακρίνομεν τοὺς λαοὺς εἰς τρεῖς κατηγορίας: 1) Τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὴν κατωτέραν βαθμίδα. 2) Τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὴν μέσην βαθμίδα καὶ 3) Τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὴν ἀνωτέραν βαθμίδα. Οἱ εὑρισκόμενοι εἰς τὴν κατωτέραν βαθμίδα λαοὶ ζῶσιν ἐκ τοῦ κυνηγίου, τῆς ἁλιείας καὶ ἐκ καρπῶν καὶ ῥιζῶν. Οὗτοι διαμένουσιν εἰς καλύβας καὶ ἀπαντῶσιν εἰσέτι εἰς τὴν Ἀφρικήν, τὴν Αὐστραλίαν, τὴν Ἀσίαν καὶ τὴν Ἀμερικὴν (ἰθαγενεῖς καὶ πρωτόγονοι ἄνθρωποι τῶν ἠπείρων τούτων). Οἱ λαοὶ τῆς μέσης βαθμίδος καλλιεργοῦσι τὴν γῆν διὰ παλαιοτάτων μεθόδων καὶ μέσων, ἀσχολοῦνται δὲ καὶ μὲ τὴν κτηνοτροφίαν. Ἡ ἐκ χόρτων καλύβη ἔχει ἀντικατασταθῆ διὰ στοιχειώδους κατασκευῆς ἁπλῆς οἰκίας. Οἱ λαοὶ οὗτοι ἀπαντῶσιν εἰς τὴν Ἀσίαν καὶ τὴν Ἀφρικήν. Ὁ εὐρωπαϊκὸς πολιτισμὸς ἐπεκτείνεται συνεχῶς καὶ πρὸς τοὺς λαοὺς τούτους, τῶν ὁποίων ἡ στάθμη τῆς πεπολιτισμένης ζωῆς σὺν τῷ χρόνῳ βελτιοῦται. Εἰς τὴν ἀνωτέραν βαθμίδα εὑρίσκονται οἱ λαοὶ οἵτινες ἔχουσι τὸν εὐρωπαϊκὸν πολιτισμόν. Οὗτοι κατοικοῦσιν εἰς τὴν Εὐρώπην, τὴν Ἀμερικήν, τὴν Αὐστραλίαν, τὴν Νότιον Ἀφρικὴν καὶ εἰς πολλὰ μέρη τῆς Ἀσίας. Ἡ καλλιέργεια τοῦ ἐδάφους, ἡ βιομηχανία, ἡ συγκοινωνία, τὸ ἐμπόριον, ἡ θεραπεία τῶν ἐπιστημῶν, τῶν γραμμάτων καὶ τῶν τεχνῶν καὶ ὅλαι ἐν γένει αἱ ἐκδηλώσεις αἱ συνιστῶσαι τὴν πεπολιτισμένην ζωὴν γίνονται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐρευνῶν καὶ τῶν πορισμάτων τῆς ἐπιστήμης.
Αρχή ΚεφαλαίουὉ σύγχρονος πολιτισμός, ὅστις καλεῖται καὶ δυτικὸς πολιτισμός, θεωρεῖται συνέχεια τοῦ ῥωμαϊκοῦ καὶ τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ, ἐρείδεται ὅμως καὶ οὗτος ἐπὶ τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Τὸ τελευταῖον τοῦτο ἐπιμαρτυρεῖται ἐκ τοῦ ὅτι ἡ ἐν γένει σκέψις τῆς ἀνθρωπότητος ἡ ἐκδηλουμένη εἰς τὰς ἐφημερίδας, τὰ ῥαδιόφωνα, τὰ βιβλία καὶ εἰς τὴν διδασκαλίαν, εἰς τὰ παντὸς εἴδους ἐκπαιδευτικὰ ἱδρύματα, βασίζεται ἐπὶ τῶν πορισμάτων τῆς διδασκαλίας τοῦ Σωκράτους , τοῦ Πλάτωνος καὶ τοῦ Ἀριστοτέλους . Εἰς ὅλα τὰ Πανεπιστήμια τοῦ κόσμου καὶ εἰς πλεῖστα Γυμνάσια (μὴ ἐξαιρουμένων τῶν τῆς Κίνας τῶν Ἰνδιῶν, τῆς Ἰαπωνίας καὶ Ἀφρικῆς) διδάσκονται εἰς τὸ πρωτότυπον τὰ ἔργα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων συγγραφέων. Ὑπέστη ὅμως ὁ σύγχρονος δυτικὸς πολιτισμός βαθυτάτην τὴν ἐπίδρασιν τῆς χριστιανικῆς θρησκείας, τῆς ὁποίας ἡ ἠθικὴ διδασκαλία ἀποτελεῖ τὴν κορωνίδα τοῦ σημερινοῦ πολιτισμοῦ. Οἱ μεγαλύτεροι ἐπιστήμονες καὶ καλλιτέχναι, οἱ συμβαλόντες εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ συγχρόνου δυτικοῦ πολιτισμοῦ, ὑπῆρξαν εὐλαβεῖς χριστιανοὶ καὶ ἄνθρωποι βαθύτατα πιστεύοντες εἰς τὸν Θεόν. Τὰ ἱδρύματα τῶν ἐπιστημονικῶν ἐρευνῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ἀποδίδεται μεγίστη σημασία ὑπὸ τῶν διαφόρων κρατῶν, λειτουργοῦσιν εἴτε ὡς ἀνεξάρτητοι κρατικοὶ ὀργανισμοί, εἴτε ὡς παραρτήματα ἀνωτάτων ἐκπαιδευτικῶν ἱδρυμάτων (Ἀκαδημιῶν, Πανεπιστημίων κλπ.). Εἰς τὰ ἱδρύματα ταῦτα γίνονται ἔρευναι διὰ τὴν χρησιμοποίησιν δι’ εἰρηνικοὺς σκοποὺς (ἢ καὶ πολεμικοὺς) τῆς ἀτομικῆς ἐνεργείας, διὰ τὴν τελειοποίησιν τῶν ἀεροπλάνων, τῶν πυραύλων καὶ τὴν ἐκτόξευσιν τεχνητῶν δορυφόρων τῆς γῆς ἢ διαστημοπλοίων, διὰ τὴν καταπολέμησιν τοῦ καρκίνου καὶ ἄλλων ἀσθενειῶν, διὰ τὴν ἀνακάλυψιν τῶν βιολογικῶν νόμων, διὰ τὴν ὑγιεινὴν τῶν ἀτόμων καὶ τῶν λαῶν κλπ. Τὰ σημερινὰ κέντρα τοῦ πολιτισμοῦ ἀπαντῶσιν εἰς τὴν Αὐστρίαν, Γερμανίαν, Σκανδιναυϊκὰς χώρας, Ὁλλανδίαν, Βέλγιον, Γαλλίαν, Ἑλβετίαν, Ἰταλίαν, Ἀγγλίαν, τὴν Βόρειον Ἀμερικὴν (Ἡνωμένας Πολιτείας καὶ Καναδᾶν), τὴν Ἰαπωνίαν, Ῥωσσίαν, Οὑγγαρίαν, Τσεχοσλοβακίαν, Πολωνίαν, Φινλανδίαν. Μεγάλα οἰκονομικὰ μέσα τίθενται εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἐπιστημόνων ὑφ’ ὅλων σχεδὸν τῶν πεπολιτισμένων λαῶν διὰ τὰς ἐρεύνας εἰς ὅλα τὰ πεδία τοῦ ἐπιστητοῦ. Ἐλπίζεται δὲ ὅτι ἡ εὐγενὴς ἅμιλλα, ἥτις ἔχει ἀναπτυχθῆ μεταξὺ τῶν ἐπιστημόνων τῶν διαφόρων κρατῶν, θὰ φέρῃ πλουσίους καρποὺς πρὸς ὄφελος ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος. Ἐν Ἑλλάδι ἱδρύθη κατὰ τὸ 1958 Ἵδρυμα Ἐρευνῶν ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως Παύλου Α′, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς ὀργανώσεως αὐτοῦ. Εἰς τὸ Ἵδρυμα τοῦτο θὰ γίνῃ σπουδή, ἐκτὸς ἄλλων, καὶ ὅλων τῶν προβλημάτων, τὰ ὁποῖα συνδέονται ἀμεσώτατα πρὸς τὴν ζωὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
Αρχή ΚεφαλαίουΜεταξὺ τῶν κέντρων τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Β. Ἀμερικῆς, ἔνθα θεραπεύονται τὰ γράμματα, αἱ ἐπιστῆμαι καὶ αἱ τέχναι, ὑπάρχουσι μερικὰ εἰς τὰ ὁποῖα οἱ κλάδοι οὗτοι τῆς ἀνθρωπίνης δραστηριότητος θεραπεύονται τελειότερον. Μεταξὺ τῶν κέντρων τούτων ἀναφέρομεν τὰ κάτωθι: Ῥώμη, Φλωρεντία, Μιλάνον ἐν Ἰταλίᾳ˙ Βιέννη ἐν Αὐστρίᾳ· Βερολῖνον, Μόναχον, Φραγκφούρτη, Ἁμβοῦργον, Γκαίτιγκεν, Στουττγάρτη ἐν Γερμανίᾳ˙ Παρίσιοι, Λυών, Στρασβοῦργον ἐν Γαλλίᾳ˙ Ὀξφόρδη, Καῖμπριτς, Λονδῖνον, Ἐδιμβοῦργον ἐν Ἀγγλίᾳ· Κοπεγχάγη ἐν Δανίᾳ· Στοκχόλμη ἐν Σουηδίᾳ· Γενεύη, Βασιλεία Ζυρίχη ἐν Ἑλβετίᾳ· Χάγη ἐν Ὁλλανδίᾳ· Βρυξέλλαι ἐν Βελγίῳ· Νέα Ὑόρκη, Βοστώνη, Σικάγον, Ἅγιος Φραγκίσκος ἐν Ἡνωμ. Πολιτείαις τῆς Ἀμερικῆς· Μόσχα, Λένινγκρατ, Χάρκοβον ἐν Ῥωσσίᾳ.
Ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν . Αἱ καταστροφαὶ τὰς ὁποίας ὑπέστησαν οἱ ἄνθρωποι κατὰ τὸν πρῶτον παγκόσμιον πόλεμον (1914-1918) ὡδήγησαν τὰς Κυβερνήσεις τῶν μεγάλων κρατῶν εἰς τὴν ἵδρυσιν ὀργανισμοῦ ὑπὸ τὸ ὄνομα Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, μὲ ἕδραν τὴν Γενεύην, ὅστις σκοπὸν εἶχε νὰ ἐπιλύῃ εἰρηνικῶς τὰς ἀναφυομένας διαφορὰς μεταξὺ τῶν κρατῶν, διὰ νὰ ἀποφεύγηται ὁ πόλεμος. Παρὰ τὸν Ὀργανισμὸν ὅμως τοῦτον ἐπηκολούθησεν ὁ δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος (1939-1945), τοῦ ὁποίου αἱ καταστροφαὶ ἦσαν ἀκόμη μεγαλύτεραι τῶν τοῦ πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Καὶ πάλιν ἐσκέφθησαν αἱ Κυβερνήσεις τῶν μεγάλων κρατῶν, ὅτι, κατὰ τὴν σημερινὴν ἰδίως ἐποχὴν τῆς μεγάλης ἐπιστημονικῆς καὶ τεχνολογικῆς ἀναπτύξεως, δὲν ἐπιτρέπεται αἱ διαφοραὶ μεταξὺ τῶν κρατῶν νὰ ὁδηγῶσιν εἰς πόλεμον, ἀλλὰ πρέπει νὰ λύωνται εἰρηνικῶς διὰ συνεννοήσεων καὶ ἀμοιβαίων ὑποχωρήσεων τῶν ἐνδιαφερομένων μερῶν. Ἀποτέλεσμα τῶν σκέψεων τούτων ἦτο νὰ ἐπανιδρυθῇ ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, ἡ ὁποία οὐσιαστικῶς δὲν ὑφίστατο, ὑπὸ τὸ νέον ὄνομα Ὀργανισμὸς Ἡνωμένων Ἐθνῶν (Ο.Η.Ε.). Ὁ Ὀργανισμὸς οὗτος ἱδρύθη τῷ 1945 καὶ ἑδρεύει ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ. Κατωτέρω παρατίθεται πίναξ ἐμφαίνων τὰ μέλη-κράτη τοῦ Ο.Η.Ε.
ΠΙΝΑΞ Ἐμφαίνων τὰ κράτη-μέλη τοῦ ΟΗΕ (1962)
.| Μέλη | Πληθυσμὸς εἰς χιλιάδας | Ἔκτασις εἰς τετρ. χιλ. | Πυκνότης πληθ.κατὰ τετρ. χιλιόμ. |
| Ἀφρικὴ | |||
| Ἀλγέριον | 10.390 | 2.381.741 | 5 |
| Βουροῦντι | 2.150 | 27.834 | 80 |
| Καμεροὺν | 4.013 | 175.442 | 9 |
| Κεντρικὴ Ἀφρι. Δημοκρατ. | 1.227 | 617.000 | 2 |
| Τσάδα | 2.680 | 1.284.000 | 2 |
| Κογλὸ (Μπραζαβίλ) | 780 | 342.000 | 3 |
| Κογλὸ (Λεοπολβὶλ) | 14.464 | 2.345.409 | 6 |
| Δαχομέυ | 1.725 | 115.762 | 18 |
| Αἰθιοπία | 21.600 | 1.184.320 | 17 |
| Γκαμποὺν | 417 | 267.000 | 2 |
| Γκάνα | 6.943 | 237.873 | 29 |
| Γουϊνέα | 2.654 | 245.857 | 12 |
| Ἐλεφαντικὴ Ἀκτὴ | 3.300 | 322.463 | 10 |
| Λιβηρία | 1.290 | 111.370 | 12 |
| Λιβύη | 1.216 | 1.759.540 | 1 |
| Μαδαγασκάρη | 5.577 | 595.790 | 9 |
| Μαλὶ | 3.700 | 1.204.021 | 3 |
| Μαυριτανία | 640 | 1.085.805 | 1 |
| Μαρόκον | 11.925 | 443.680 | 27 |
| Νίγηρ | 2.485 | 1.267.000 | 2 |
| Νιγηρία | 35.752 | 923.772 | 39 |
| Ῥουάντα | 2.510 | 26.338 | 101 |
| Σενεγάλη | 2.980 | 197.161 | 15 |
| Σιέρα Λεόνε | 2.450 | 72.326 | 34 |
| Σομαλία | 2.030 | 637.661 | 3 |
| Νότιος Ἀφρικὴ | 16.236 | 1.223.409 | 13 |
| Σουδὰν | 12.109 | 2.505.823 | 5 |
| Ταγκανίκα | 9.399 | 937.061 | 10 |
| Τόγκο | 1.480 | 56.600 | 26 |
| Τυνησία | 4.254 | 128.180 | 34 |
| Οὐγκάντα | 6.845 | 239.640 | 29 |
| Ἡνωμ. Ἀραβ. Δημ. (Αἴγυπτος) | 26.593 | 1.000.000 | 27 |
| Ἄνω Βόλτα | 3.508 | 274.200 | 16 |
| Ἀμερικὴ | |||
| Σαλβαδὸρ | 2.709 | 21.393 | 127 |
| Γουατεμάλα | 3.886 | 108.889 | 36 |
| Ἁιτὴ | 4.249 | 27.750 | 153 |
| Ὁνδούρα | 1.893 | 112.078 | 17 |
| Ἰαμάικα | 1.631 | 11.425 | 143 |
| Καναδᾶς | 17.650 | 9.974.375 | 1,7 |
| Κούβα | 6.638 | 114.524 | 58 |
| Μεξικὸν | 36.091 | 1.972.546 | 18 |
| Νικαράγουα | 1.526 | 148.000 | 10 |
| Παναμᾶς | 1.109 | 74.470 | 15 |
| Τρινιδὰδ-Τομπάγκο | 859 | 5.128 | 168 |
| Ἡνωμ. Πολιτ. Ἀμερικῆς | 183.742 | 9.363.389 | 20 |
| Νότιος Ἀμερικὴ | |||
| Ἀργεντινὴ | 21.079 | 2.776.656 | 8 |
| Βολιβία | 3.500 | 1.098.581 | 3 |
| Βραζιλία | 73.088 | 8.511.965 | 9 |
| Χιλὴ | 7.827 | 741.767 | 11 |
| Κολομβία | 14.443 | 1.138.338 | 13 |
| Ἰσημερινὸς | 4.365 | 270.670 | 16 |
| Παραγουάη | 1.812 | 406.752 | 4 |
| Περοὺ | 10.365 | 1.285.215 | 8 |
| Οὐραγουάη | 2.758 | 186.926 | 15 |
| Βενεζουέλα | 7.590 | 912.050 | 8 |
| Ἀσία | |||
| Ἀφγανιστὰν | 13.000 | 650.000 | 21 |
| Βαχρέιν | 152 | 598 | 254 |
| Βουτὰν | 680 | 50.000 | 14 |
| Βούρμα-Βιρμανία | 21.527 | 678.033 | 32 |
| Καμπότζα | 10.167 | 65.610 | 155 |
| Κίνα (Ἠπειρ.) | 646.530 | 9.561.000 | 72 |
| Κίνα (Φορμόζα) | 10.971 | 35.961 | 305 |
| Κύπρος | 577 | 9.251 | 62 |
| Μαλάγα (ὁμοσπονδ.) | 7.137 | 131.313 | 54 |
| Ἰνδίαι | 441.631 | 3.042.794 | 138 |
| Ἰνδονησία | 95.655 | 1.491.564 | 64 |
| Ἰρὰν | 20.678 | 1.648.000 | 13 |
| Ἰρὰκ (Περσία) | 7.263 | 448.742 | 16 |
| Ἰσραὴλ | 2.185 | 20.700 | 106 |
| Ἰαπωνία | 94.050 | 369.661 | 254 |
| Ἰορδανία | 1.696 | 96.610 | 17 |
| Κορέα, Βόρειος | 8.430 | 122.451 | 69 |
| Κορέα, Νότιος | 25.375 | 98.500 | 258 |
| Κουβὲιτ | 322 | 15.540 | 21 |
| Λάος | 1.850 | 236.800 | 8 |
| Λίβανος | 1.569 | 10.400 | 158 |
| Μαλδίβαι νῆσοι | 89 | 298 | 299 |
| Μαλαισία | 6.596 | 131.313 | 50 |
| Μογγολία | 968 | 1.535.000 | 1 |
| Μουσκάτ Ὀμὰν | 565 | 212.380 | 3 |
| Νεπὰλ | 9.388 | 140.798 | 67 |
| Πακιστὰν | 94.547 | 946.719 | 100 |
| Φιλιππῖναι | 28.727 | 299.681 | 96 |
| Κατὰρ | 55 | 22.014 | 2 |
| Σαουδικὴ Ἀραβία | 6.036 | 1.600.000 | 4 |
| Σικκὶμ | 162 | 7.107 | 23 |
| Συρία | 4.930 | 184.479 | 27 |
| Ταϊλάνδη | 27.181 | 514.000 | 53 |
| Ὀμὰν | 86 | 83.600 | 1 |
| Τουρκία | 28.602 | 780.576 | 36 |
| Βιετνὰμ Βόρειον | 16.690 | 159.000 | 105 |
| Βιετνὰμ Νότιον | 14.520 | 170.806 | 85 |
| Ὑεμένη | 5.000 | 195.000 | 26 |
| Αὐστραλία | 10.166 | 7.704.159 | 1,5 |
| Νέα Ζηλανδία | 2.360 | 268.676 | 9 |
| Εὐρώπη | |||
| Ἀλβανία | 1.660 | 28.748 | 50 |
| Ἀνδόρρα | 9 | 353 | 28 |
| Αὐστρία | 7.081 | 83.849 | 84 |
| Βέλγιον | 9.184 | 30.507 | 301 |
| Βουλγαρία | 7.943 | 110.669 | 72 |
| Τσεχοσλοβακία | 13.776 | 127.869 | 108 |
| Δανία | 4.617 | 43.043 | 107 |
| Φινλανδία | 4.467 | 337.009 | 13 |
| Γαλλία | 45.960 | 551.208 | 83 |
| Οὑγγαρία | 10.028 | 93.031 | 108 |
| Ἰσλανδία | 179 | 103.000 | 2 |
| Ἰρλανδία | 2.815 | 70.280 | 40 |
| Ἰταλία | 49.455 | 301.225 | 164 |
| Λουξεμβοῦργον | 317 | 2.586 | 123 |
| Μονακὸ | 22 | 2 | 14.667 |
| Ὁλλανδία | 11.637 | 33.612 | 346 |
| Νορβηγία | 3.611 | 329.917 | 11 |
| Πολωνία | 29.965 | 311.730 | 96 |
| Πορτογαλία | 9.196 | 91.531 | 100 |
| Ῥουμανία | 18.567 | 237.500 | 78 |
| Ἅγιος Μαρῖνος | 17 | 61 | 279 |
| Ἱσπανία | 30.559 | 504.748 | 61 |
| Σουηδία | 7.520 | 449.793 | 17 |
| Ἑλβετία | 5.496 | 41.288 | 133 |
| Ἡνωμ. Βασίλειον (Ἀγγλία) | 52.925 | 244.030 | 217 |
| Γιουγκοσλαβία | 18.607 | 255.804 | 73 |
| ΕΛΛΑΣ | 8.357 | 132.562 | 63 |
Ὑπὸ τὸν ὅρον οἰκονομία νοοῦμεν τὰς ἐνεργείας τοῦ ἀνθρώπου πρὸς λῆψιν ὅλων τῶν ἀντικειμένων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι χρήσιμα διὰ τὴν ζωήν του. Ταῦτα καλοῦνται γενικῶς οἰκονομικὰ ἀγαθά .
Βάσις τῆς οἰκονομίας εἶναι ἡ φύσις , ἡ ἐργασία καὶ τὸ κεφάλαιον . Ὁ ἄνθρωπος, ἐκτὸς ὡρισμένων τροφῶν, λαμβάνει ἐκ τῆς φύσεως ἀκατεργάστους ὕλας καὶ ὕλας πρὸς παραγωγὴν ἐνεργείας. Ἐνέργειαν λαμβάνει προσέτι ἐκ τῆς πτώσεως τῶν ὑδάτων, ἐκ τῶν ἀνέμων καὶ ἐκ τοῦ ἡλίου. Ἡ σύγχρονος οἰκονομία τῶν πεπολὶτισμένων λαῶν διέπεται ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τεχνικῆς. Ὁ ἄνθρωπος τῆς ἐποχῆς μας προσπαθεῖ, διὰ τῆς λελογισμένης χρησιμοποιήσεως τῶν ἐπιστημονικῶν καὶ τεχνικῶν ἐπιτευγμάτων αὐτοῦ, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν μεγαλυτέραν καὶ καλυτέραν δυνατὴν παραγωγήν. Διὰ τῶν μέσων τὰ ὁποῖα διαθέτει, διαμορφώνει τὴν φύσιν οὕτως, ὥστε αὕτη νὰ εἶναι προσφορωτέρα διὰ τὴν κάλυψιν τῶν βιοτικῶν αὐτοῦ ἀναγκῶν.
Οἱ κλάδοι τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς . Ἡ διάκρισις τῶν μορφῶν τῆς οἰκονομίας γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν οἱ λαοὶ λαμβάνουσιν ἐκ τῆς φύσεως τὰ ἀπαραίτητα διὰ τὴν διαβίωσιν αὐτῶν οἰκονομικὰ ἀγαθά. Κατὰ ταῦτα διακρίνονται:
Οἰκονομία συλλογῆς. Ὁ ἄνθρωπος συλλέγει καρπούς, ῥίζας, χόρτα κλπ. πρὸς διατροφήν του. Εἰς τὴν οἰκονομίαν συλλογῆς περιλαμβάνεται καὶ τὸ κυνήγιον καὶ ἡ στοιχειώδης ἁλιεία. Οἱ πρωτόγονοι ἄνθρωποι ἤσκουν οἰκονομίαν συλλογῆς.
Οἰκονομία σκαλεύσεως τοῦ ἐδάφους . Χαρακτηριστικὸν ταύτης εἶναι ἡ μόνιμος διαμονὴ τῶν ἀνθρώπων εἴς τινα τόπον καὶ ἡ στοιχειώδης καλλιέργεια τοῦ ἐδάφους διὰ σκαλεύσεως. Κατὰ τὴν παλαιολιθικὴν ἐποχὴν ἐγίνετο αὕτη διὰ λιθίνων ἐργαλείων. Βραδύτερον ἀντικατεστάθησαν ταῦτα δι’ ἐργαλείων ἐκ μετάλλου. Περιοχαὶ τῆς γῆς, ἔνθα καὶ σήμερον χρησιμοποιεῖται ἡ σκαπάνη ὡς μέσον καλλιεργείας, ὑπάρχουσιν εἰς τὴν Ἀφρικὴν (καλλιέργεια σακχαροκαλάμου, δημητριακῶν, πεπονοειδῶν κλπ.), τὴν Ἰνδονησίαν, τὴν Πολυνησίαν καὶ τὰς Ἰνδίας. Ἡ κτηνοτροφία, ἡ καλλιέργεια κήπων καὶ ἡ ἀροτρίωσις ἀνεπτύχθησαν ἐκ τῆς οἰκονομίας σκαλεύσεως τοῦ ἐδάφους.


Οἰκονομία ἀροτριώσεως. Αὕτη εἶναι συνδεδεμένη μετὰ τῆς κτηνοτροφίας, διότι διὰ τὴν ἕλξιν τῶν ἐργαλείων ἀροτριώσεως χρησιμοποιοῦνται μεγάλα ζῷα. Μεγάλαι πεδιναὶ ἐκτάσεις ἐκαλλιεργοῦντο καὶ ἐσπείροντο. Ἡ μεγάλη παραγωγὴ δημητριακῶν δὲν ἐξησφάλιζε μόνον τὴν διατροφὴν τοῦ πληθυσμοῦ, ἀλλὰ ἀπετέλει τὴν βάσιν διὰ τὴν οἰκονομικὴν καὶ πολιτιστικὴν ἀνάπτυξιν τῶν λαῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς οἰκονομίας ἀροτριώσεως, ἥτις συμπίπτει μὲ τὴν ἐποχὴν τῶν μετάλλων. Ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν αὐξανομένων ἀναγκῶν, λόγῳ αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ, ἔπρεπεν ὁ ζωτικὸς χῶρος τούτου νὰ ἐπεκταθῇ. Ἡ ἀροτρίωσις τοῦ ἐδάφους ἐγένετο κατ’ ἀρχὰς εἰς τὴν δυτικὴν Ἀσίαν καὶ τὰς περὶ τὴν Μεσόγειον θάλασσαν χώρας. Σὺν τῷ χρόνῳ ἐπεξετάθη αὕτη εἰς τὰς στέππας, αἱ πλεῖσται τῶν ὁποίων ἀπέβησαν σιτοβολῶνες. Διὰ τῆς ἐκχερσώσεως μεγάλων ἐκτάσεων προσετέθη ὠφέλιμος χῶρος διὰ τὴν ἀροτρίωσιν, καὶ ἡ ἐκτέλεσις στοιχειωδῶν ἔργων ἀρδεύσεως πεδινῶν ἐκτάσεων ἐκ ποταμῶν ηὔξησε πολὺ τὴν γεωργικὴν παραγωγήν.
Οἰκονομία μηχανικῆς καλλιεργείας . Τοιαύτη εἶναι ἡ σύγχρονος τῶν πεπολιτισμένων λαῶν. Κατ’ αὐτὴν τὸ ἄροτρον ἐτελειοποιήθη καί, ἀντὶ τῶν βοῶν ἢ τῶν ἵππων, χρησιμοποιοῦνται μηχαναὶ διὰ τὴν ἀροτρίωσιν, τὴν σποράν, τὸν θερισμὸν καὶ τὸν ἁλωνισμόν. Παραλλήλως πρὸς τὴν μηχανικὴν καλλιέργειαν τοῦ ἐδάφους ἀνεπτύχθη καὶ ἡ βιομηχανία. Ἐν Εὐρώπῃ ἤρχισεν ἡ ἀνάπτυξις αὕτη κατὰ τὰ μέσα περίπου τοῦ 18ου αἰῶνος.
Αἱ μορφαὶ τῆς οἰκονομίας διαφέρουσι μεταξύ των οὐ μόνον κατὰ τὸν ἑκάστοτε ἐφαρμοζόμενον τρόπον ἐργασίας, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον δι’ ἑκάστης μορφῆς οἰκονομίας ἐπιδιώκομεν. Ὁ ἀρχικὸς σκοπὸς τῆς οἰκονομίας εἶναι ἡ ἱκανοποίησις τῶν ἰδίων ἀναγκῶν τῶν ἐργαζομένων. Πάντοτε ὅμως εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον προστίθεται καὶ ὁ σκοπὸς τῆς παραγωγῆς προϊόντων διὰ τὴν ἀγοράν. Ἡ οἰκιακὴ οἰκονομία, ἡ ἀσχολουμένη μὲ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν τῶν εἰς ταύτην ἀπασχολουμένων, καὶ ἡ οἰκονομία τῆς πόλεως, ἡ ἀσχολουμένη μὲ τὴν παραγωγὴν ἀγαθῶν διὰ τὴν ἀγοράν, περιορίζονται βαθμηδὸν συνεπείᾳ τῆς μεγάλης ὁμαδικῆς παραγωγῆς τῆς βιομηχανίας. Παρὰ ταῦτα ὅμως ἡ μικρὰ οἰκονομία τοῦ χωρίου καὶ τῆς πόλεως (καλλιέργεια οὐχὶ μηχανική, διατροφὴ οἰκιακῶν ζῴων, ξύλευσις τῶν χωρικῶν ἐκ τοῦ δάσους, βιοτεχνικὰ ἐργαστήρια τῶν χωρίων καὶ τῶν πόλεων κλπ.), ὁμοῦ μετὰ τῶν μεγάλων καὶ μικρῶν ἐργοστασίων τῆς ὁμαδικῆς παραγωγῆς, ἀποτελοῦσιν ἓν οἰκονομικὸν σύνολον. Ἐπιστήμονές τινες, θεωροῦντες μόνον τὰς οἰκονομικὰς δραστηριότητας τοῦ ἀνθρώπου, χρησιμοποιοῦσι τὸν ὅρον «οἰκονομικὸς ἄνθρωπος» κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὸν ὅρον «πνευματικὸς ἄνθρωπος». Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη ὑπόστασις εἶναι μία, ἑνιαία καὶ ἀδιαίρετος. Ὁ οἰκονομικὸς ἄνθρωπος, ἤτοι ὁ ἐργαζόμενος πρὸς ἀπόκτησιν οἰκονομικῶν ἀγαθῶν, συνδέεται ἤδη πρὸς ὁλόκληρον τὸν γήινον χῶρον. Ἡ φύσις μεταβάλλεται ὑπὸ τὴν ἐπίδρασίν του. Παραλλήλως ὅμως μεταβάλλεται καὶ οὗτος εἰς τὰς ἀξιώσεις του, αἵτινες γίνονται διαρκῶς μεγαλύτεραι. Ἡ ἀλληλεπίδρασις τοῦ οἰκονομικοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ γηίνου χώρου εἶναι τὸ ἀντικείμενον σπουδῆς καὶ ἐρεύνης τῆς οἰκονομικῆς γεωγραφίας. Ἡ σύγχρονος οἰκονομία διαρθροῦται εἰς τοὺς κάτωθι κλάδους:

Ἡ θαλασσία οἰκονομία.
Ἀπὸ ἐπόψεως οἰκονομίας καὶ γεωγραφίας αἱ θάλασσαι μετὰ τῶν ἀκτῶν θεωροῦνται καὶ ἐξετάζονται ὁμοῦ. Τὸ σύγχρονον ἐμπόριον ἰχθύων ἐκτείνεται πολλάκις εἰς μέγα βάθος εἰς τὴν ξηρὰν καὶ φέρει εἰς τοὺς ἐκεῖ πληθυσμοὺς εὐθηνὴν λαϊκὴν τροφήν. (3% τῆς παγκοσμίου ἀγορᾶς τροφίμων καλύπτονται ἐκ τοῦ ἐμπορίου τῶν ἰχθύων. Εἰς τὴν Ἰαπωνίαν ὅμως καὶ τὴν Νορβηγίαν 10% τῶν τροφῶν προέρχονται ἐκ τῆς θαλάσσης). Ἰχθύες οἰκονομίας θεωροῦνται ὁ βακαλάος ἡ ἀρίγγη, ὁ σολωμός, ἡ σαρδίνη, ὁ ἀστακός, ἡ σηπία, ὁ θύννος καὶ ἄλλα. Οὗτοι φέρονται εἰς τὸ ἐμπόριον εἴτε νωποὶ εἴτε κατά τινα τρόπον ἐπεξειργασμένοι (ἐντὸς κυτίων, ἡλατισμένοι κλπ.). Πολλοὶ ἐκ τούτων ξηραινόμενοι καὶ κονιοποιούμενοι χρησιμοποιοῦνται ὡς τροφὴ ζῴων καὶ ὡς λίπασμα. Ἔκ τινων εἰδῶν ἰχθύων λαμβάνεται ἔλαιον χρήσιμον εἰς τὴν φαρμακευτικὴν καὶ τὴν βιομηχανίαν (ἔλαιον ὀνίσκου-μουρουνέλαιον-ἔλαιον φαλαίνης κλπ.).
Μεγάλης οἰκονομικῆς σημασίας εἶναι ἐπίσης ὁ ἀκιπήσιος ὁ ὀξύρρυγχος, ἐκ τῶν ὠῶν τοῦ ὁποίου παρασκευάζεται τὸ μαῦρο χαβιάρι. Οὗτος ἁλιεύεται εἰς τὴν Ἀζοφικὴν θάλασσαν, εἰς τὴν Κασπίαν θάλασσαν καὶ εἰς τοὺς ποταμούς, οἱ ὁποῖοι ἐκβάλλουσιν εἰς αὐτάς. Διὰ τοὺς κατοίκους τῶν περιοχῶν τούτων ὁ ἀκιπήσιος ἀποτελεῖ πηγὴν πλούτου.
Τὰ 65% τῶν ἰχθύων τῆς θαλασσίας οἰκονομίας ἁλιεύονται εἰς τὰς εὐκράτους καὶ ψυχρὰς θαλάσσας, ἐν ᾧ εἰς τὰς θερμὰς θαλάσσας, αἵτινες περιλαμβάνονται μεταξὺ τῶν τροπικῶν κύκλων, ἁλιεύονται μόνον τὰ 20%. Ἡ ἁλιεία εἰς τὰς τροπικὰς θαλάσσας περιορίζεται εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν κατοίκων τῶν γειτονικῶν περιοχῶν καὶ τὸν ἐφοδιασμὸν τῶν τοπικῶν ἀγορῶν. Μόνον εἰδικά τινα προϊόντα, τὰ ὁποῖα συνδέονται πρὸς τὰς θερμὰς θαλάσσας, φθάνουσιν εἰς τὸ διεθνὲς ἐμπόριον. Τοιαῦτα εἶναι τὰ κοράλια καὶ οἱ μαργαρῖται τῶν νοτίων καὶ νοτιοδυτικῶν ἀκτῶν τῆς Ἀσίας. Εἰς τὴν θαλασσίαν οἰκονομίαν κατατάσσονται καὶ οἱ παραλιακοὶ χῶροι, ἐκ τὠν ὁποίων λαμβάνεται τὸ μαγειρικὸν ἅλας, αἱ ἁλυκαί.
Ὀλίγα εἴδη ἰχθύων, ἀλλὰ ταῦτα εἰς μεγάλην ποσότητα, ἀπαντῶμεν εἰς τὰς ψυχρὰς καὶ εἰς τὰς εὐκράτους θαλάσσας. Οὕτω, εἰς τὴν Βόρειον θάλασσαν ἀπαντῶσι 200 μόνον εἴδη ἰχθύων, ἐν ᾧ εἰς τὴν Μεσόγειον 450. Ἐτησίως ὅμως ἁλιεύονται εἰς τὴν Βόρειον θάλασσαν 3500 χιλιόγρ. ἰχθύων κατὰ τετραγωνικὸν χιλιόμ., ἐν ᾧ εἰς τὴν Μεσόγειον μόνον 390 χιλιόγρ. Κατὰ μεγάλα στίφη ἐμφανίζονται οἱ ἰχθύες κατὰ τὴν ἄνοιξιν καὶ εἰς ἀβαθεῖς θαλάσσας πρὸς ὠοτοκίαν. Τὴν ἐποχὴν ταύτην γίνεται ἡ μεγαλυτέρα ἁλιεία ἰχθύων.
Θαλάσσιαι περιοχαὶ τῆς γῆς, πλούσιαι εἰς ἰχθῦς, εἶναι ἐκεῖναι ἔνθα θερμὰ θαλάσσια ῥεύματα συναντῶνται μὲ ψυχρὰ τοιαῦτα. Ἡ αὔξησις καὶ ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν ἰχθύων παρατηροῦνται εἰς ἀβαθεῖς θαλασσίας περιοχὰς κειμένας ἐγγὺς τῶν ἀκτῶν. Εἰς τὸν βόρειον Ἀτλαντικὸν ὠκεανὸν ἁλιεύονται μεγάλαι ποσότητες ἰχθύων ἐτησίως, ἰδίως εἰς τὴν θάλασσαν περὶ τὴν Ἰσλανδίαν, εἰς τὴν νοτίαν καὶ νοτιοανατολικὴν παραλίαν τῆς Γροιλανδίας, εἰς τὰ παράλια τῆς Νορβηγίας καὶ Ἀγγλίας καὶ εἰς τὴν θάλασσαν τοῦ Λαβραδόρ.
Εἰς τὸν Εἰρηνικὸν ὠκεανόν, ἡ ἐγγὺς τῶν ἀκτῶν ἀβαθὴς θαλασσία λωρίς, εἰς ἣν εὐνοεῖται ἡ συγκέντρωσις καὶ ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν ἰχθύων, δὲν εἶναι τόσον πλατεῖα, ὅσον εἶναι εἰς τὰς περιοχὰς τοῦ βορείου Ἀτλαντικοῦ ὠκεανοῦ. Τὸ μῆκος ὅμως τῆς ἀβαθοῦς παρακτίου περιοχῆς τῶν χωρῶν τοῦ βορείου Εἰρηνικοῦ ὠκεανοῦ εἶναι ἀρκετὰ μέγα καί, ἕνεκα τῆς μίξεως ψυχρῶν καὶ θερμῶν ὑδάτων ἐκ τῶν ἐκεῖ θαλασσίων ῥευμάτων, λίαν πρόσφορον διὰ τὴν συγκέντρωσιν καὶ τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν ἰχθύων. Ἡ Ἰαπωνία ἁλιεύει εἰς τὴν περιοχὴν ταύτην 5 ἑκατομμύρια περίπου τόννους ἰχθύων ἐτησίως καὶ κατέχει τὴν πρώτην θέσιν εἰς τὴν παγκόσμιον ἁλιείαν.
Εἰς τὸ νότιον ἡμισφαίριον, παρ’ ὅτι ἡ θαλασσία ἔκτασις τούτου εἶναι πολὺ μεγαλυτέρα τῆς τοῦ βορείου ἡμισφαιρίου, ἡ ἁλιεία εἶναι περιωρισμένη, καίτοι ἡ θάλασσα τοῦ ἡμισφαιρίου τούτου εἶναι πλουσία εἰς ἰχθῦς. Τοῦτο ὀφείλεται τὸ μὲν εἰς τὸ ὅτι ὁ πληθυσμὸς τῶν ἀκτῶν εἶναι μικρὸς καὶ συνεπῶς ἡ ζήτησις ἰχθύων ὡς τροφῆς δὲν εἶναι μεγάλη, τὸ δὲ εἰς τὰ μεγάλα ἔξοδα ἅτινα ἀπαιτοῦνται, ἵνα οἱ ἐκεῖ ἁλιευόμενοι ἰχθύες μεταφερθῶσιν εἰς τὰς ἀγορὰς τοῦ βορείου ἡμισφαιρίου. Λίαν προσοδοφόρος ὅμως εἶναι ἡ ἁλιεία τῆς φαλαίνης εἰς τὰς ἀνταρκτικὰς θαλάσσας, καίτοι τὰ ἔξοδα μεταφορᾶς καὶ ἁλιείας εἶναι μεγάλα. (Τὸ πλοῖον ἁλιείας τῆς φαλαίνης μετὰ τῶν ἐγκαταστάσεων αὐτοῦ τιμᾶται περίπου 500 ἑκατομμ. δραχ.).
Ἡ ἐξέλιξις τῶν μεθόδων τῆς ἁλιείας συμβαδίζει μὲ τὴν ἐξέλιξιν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ τεχνικοῦ πολιτισμοῦ. Ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἀνεπτύχθη ἡ ἀτμήρης ναυτιλία, αἱ περιοχαὶ ἁλιείας ἐξετάθησαν πολὺ πέρα τῶν ἀκτῶν. Αἱ ἁλιευόμεναι μεγάλαι ποσότητες ἰχθύων ἀπῄτουν ταχεῖαν διάθεσιν, διότι ἄλλως οἱ ἰχθύες ἐσήποντο. Ἐδημιουργήθησαν οὕτω κατ’ ἀνάγκην ἐμπορικοὶ ὀργανισμοί οἱ ὁποῖοι ἐμερίμνων διὰ τὴν πώλησιν καὶ τὴν βιομηχανικὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν ἰχθύων. Σὺν τῷ χρόνῳ ἀνεπτύχθη ἡ ἁλιεία εἰς τὰς μεμακρυσμένας περιοχὰς τῶν ὠκεανῶν. Οἱ ἁλιευόμενοι ἰχθύες τίθενται εἰς ψυγεῖα τῶν πλοίων μὲ πολὺ χαμηλὴν θερμοκρασίαν (περίπου 30°C ὑπὸ τὸ μηδὲν) καὶ φέρονται εἰς τὸ ἐμπόριον εἰς εὐθηνὴν τιμήν, ἀποτελοῦντες σπουδαίαν τροφὴν τῶν λαῶν. Ἡ αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ τῆς γῆς συνεπιφέρει καὶ αὔξησιν τῆς κατανα λώσεως τῶν ἰχθύων Διὰ τὰς τοπικὰς ἀγορὰς ἔχει μεγάλην σημασίαν ἡ ἁλιεία τῶν ἀκτῶν ἑκάστης χώρας. Ἡ ἐφαρμογὴ μεθόδων ἁλιείας, αἱ ὁποῖαι εἶναι λίαν καταστρεπτικαὶ διὰ τὸν πλοῦτον τῶν θαλασσῶν εἰς ἰχθῦς, ἠνάγκασε τὰ πεπολιτισμένα κράτη νὰ προβῶσιν εἰς συμφωνίας, δι’ ὧν προστατεύεται ὁ θαλάσσιος πλοῦτος. Οὕτω, προκειμένου, π.χ., διὰ τὴν ἁλιείαν τῆς φαλαίνης, εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἐπὶ τοῦ πλοίου διαρκὴς παρουσία τριῶν ἐπιθεωρητῶν, ὁριζομένων διὰ διεθνοῦς συμφωνίας. Οὗτοι μεριμνῶσιν ὅπως ἡ ἁλιεία τῆς φαλαίνης γίνεται μόνον κατὰ τοὺς τρεῖς θερινοὺς μῆνας, εἰς ὡρισμένας θαλασσίοςπεριοχὰς μόνον καὶ ὅπως ῥίπτωνται ἐτησίως τὸ πολὺ 30.000 βλήματακατὰ φαλαινῶν. Διὰ διεθνοῦς συμφωνίας ἐπίσης ἔχει καθορισθῆ καὶ τὸ μέγεθος τῶν δικτύων ἁλιείας.

Ἡ ἐπιφάνεια τῆς γῆς ἡ καλυπτομένη ὑπὸ δασῶν περιλαμβάνει τὰ 30% τῆς ἐπιφανείας τῆς ξηρᾶς. Τὰ δάση τῶν τροπικῶν χωρῶν κατέχουσιν 22-25 ἑκατομμ. τετρ. χιλιόμ. Ἡ ἔκτασις καὶ τὸ εἶδος τῶν τροπικῶν δασῶν καθορίζονται ἐκ τοῦ ἐτησίου βροχομετρικοῦ ὕψους καὶ τῆς διαρκείας τῆς ξηρᾶς ἐποχῆς. Εἰς τὰς εὐκράτους ζώνας τὰ δάση κατέχουσι 15-18 ἑκατομμ. τετρ. χιλιόμ. Τὰ βόρεια σύνορα τῆς εὐρωπασιατικῆς δασικῆς ζώνης ἐκτείνονται μέχρι τῆς 65° περίπου, ἀκολουθοῦντα σχεδὸν τὴν ἰσόθερμον γραμμὴν τοῦ Ἰουλίου (10°C). Τὰ νότια σύνορα ταύτης δὲν εἶναι καθωρισμένα, ἐπηρεάζονται ὅμως εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῶν ἠπείρων ἐκ τῆς ξηρότητος τῶν στεππῶν. Ἐκτὸς τούτου, ἡ ἐκχέρσωσις μεγάλων δασικῶν ἐκτάσεων, ἵνα αὗται δοθῶσιν εἰς τὴν γεωργίαν, ἔχει μετατοπίσει τὰ νότια σύνορα τῆς εὐρωπασιατικῆς ζώνης ὀλίγον βορειότερον. Πολλαὶ δασικαὶ νησῖδες ἔχουσιν ἐνταῦθα διατηρηθῆ εἰς πλαγιὰς ὀρέων καὶ ὄρη, ὅπου ἡ ἐκχέρσωσις δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδώσῃ καλλιεργήσιμον ἐπιφάνειαν. Ὅπου ὅμως γίνεται ἐντατικὴ ἐκχέρσωσις, ὡς αὕτη παρατηρεῖται εἰς τὰς περὶ τὴν Μεσόγειον θάλασσαν χώρας, εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Ἀσίαν καὶ εἰς τὸ ἀνατολικὸν μέρος τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς, ἐκεῖ ἡ ὁλικὴ ὠφέλιμος ἀξία τοῦ ἐδάφους μειοῦται ἕνεκα τῶν πλημμυρῶν ἐκ τῶν βροχῶν καὶ ἕνεκα τῆς μειώσεως τοῦ ὕδατος τῶν πηγῶν. Ὅθεν δι’ ἑκάστην περιοχὴν τῆς ξηρᾶς ὑπάρχει κρίσιμόν τι ὅριον ἐκχερσώσεως, πέρα τοῦ ὁποίου δὲν ἐπιτρέπεται ἐκχέρσωσις. Εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ τὴν νότιον Ἀσίαν τὸ ὅριον τοῦτο ἔχει ἤδη ἐπιτευχθῆ. Μεγάλαι ἐκτάσεις πρὸς καλλιέργειαν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ ληφθῶσιν δι’ ἐκχερσώσεως τῶν δασῶν τροπικῶν τινων περιοχῶν καὶ τῶν δασῶν τῶν νοτίων περιοχῶν τοῦ Καναδᾶ καὶ τῆς Σιβηρίας.
Τὸ δάσος περιέχει οἰκονομικὰ ἀγαθά: Ξύλα πρὸς καῦσιν, διὰ τὴν ἐπιπλοποιΐαν, τὴν οἰκοδομικήν, ῥητίνας, δεψικὰς καὶ χρωστικὰς οὐσίας.Εἰς τὰ δάση διαβιοῦσι κυρίως τὰ ζῷα παρὰ τῶν ὁποίων λαμβάνονται τὰ γουναρικά, τὰ ὁποῖα ἔχουσι σημαντικὴν οἰκονομικὴν ἀξίαν. Ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰῶνος τὸ ξύλον τῶν δασῶν χρησιμοποιεῖται εἰς τὴν βιομηχανίαν τοῦ χάρτου καὶ τῶν τεχνικῶν ὑφαντικῶν ὑλῶν. Ὅθεν ἡ ἀξία τοῦ δάσους ὁσημέραι γίνεται μεγαλυτέρα, ἐφ’ ὅσον τοῦτο παρέχει πρώτας ὕλας διὰ σπουδαίας βιομηχανίας.
Ἡ παγκόσμιος ἐτησία κατανάλωσις ξύλου ὑπολογίζεται εἰς 1,5 δισε κατομμ. κυβικὰ μέτρα περίπου. Ἐκ τούτου, τὸ ἥμισυ διατίθεται πρὸς καῦσιν, τὸ ἓν τρίτον διὰ τὴν οἰκοδομικήν, 8% δι ὑφαντικὰς ὕλας, 5% διὰ δοκοὺς ποικίλης χρήσεως καὶ μόνον 1% διὰ τὴν ἐπιπλοποιΐαν. Ἡ πολύτιμος αὕτη πρώτη ὕλη, ἡ ὁποία εἶναι περιζήτητος εἰς ὅλας τὰς βιομηχανικὰς χώρας, δὲν ὑφίσταται ὀρθολογιστικὴν ἐκμετάλλευσιν. Εἰς τὰς περισσοτέρας δασικὰς περιοχὰς τῆς γῆς ἡ κοπὴ τῶν δένδρων δὲν γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει προγράμματος ἐπιτρέποντος τὴν ἐν ὡρισμένῳ χρόνῳ ἀναδάσωσιν τῶν ἀποψιλουμένων περιοχῶν. Συνεπείᾳ τῆς μεγάλης ἐτησίας καταναλώσεως ξύλου, πρέπει ἡ ὑλοτομία εἰς τὰς διαφόρους περιοχὰς νὰ γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει προδιαγεγραμμένου σχεδίου. Αἱ βόρειοι δασικαὶ περιοχαὶ τῆς γῆς παρέχουσι τὰ 87% τοῦ ἐτησίως χρησιμοποιουμένου ξύλου. Ἐκ τούτου αἱ Ἡνωμ. Πολιτεῖαι καὶ ὁ Καναδᾶς παρέχουσι 36%, ἡ Σοβιετικὴ Ῥωσσία 32%, ἡ λοιπὴ Εὐρώπη 19% (1950). Ἡ ξυλεία τοῦ παγκοσμίου ἐμπορίου προέρχεται κυρίως ἐκ τοῦ Καναδᾶ, τῆς Σουηδίας καὶ τῆς Φινλανδίας, αἱ ὁποῖαι ἐξάγουσι τὸ ἥμισυ περίπου τῆς παραγωγῆς των. Κύριοι ἀγορασταὶ τούτου εἶναι αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι τῆς Ἀμερικῆς κατὰ 40% καὶ ἡ λοιπὴ Εὐρώπη ἐπίσης κατὰ 40%. Ἐλαστικὸν κόμμι (καουτσοὺκ), διάφοροι ῥητίναι, ἰνδικόν, καμφορὰ κλπ. λαμβάνονται ἐκ πασῶν τῶν τροπικῶν χωρῶν. Εἰς τὰς δασικὰς περιοχὰς τῶν βορείων χωρῶν τῆς νοτίου Ἀμερικῆς καὶ τῆς Αὐστραλίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι πλούσιαι εἰς ἄγρια ζῷα, κυνηγοὶ θηρεύουσι ζῷα ἔχοντα πολύτιμον δέρμα, εἴτε τῇ παραγγελίᾳ κρατικῆς ὀργανώσεως εἴτε διὰ λογαριασμὸν ἰδιωτικῶν ἐπιχειρήσεων. Κατ’ ἔτος ἀποστέλλονται περίπου 23 ἑκατομμύρια ἀκατέργαστα δέρματα εἰς τὴν Ν. Ὑόρκην, τὸ Λονδῖνον καὶ τὴν Λιψίαν, ὅπου εἰδικὰ ἐργοστάσια ἐπεξεργάζονται ταῦτα καὶ τὰ καθιστῶσι πολύτιμα γουναρικά.
Ἡ μεγάλη σημασία τοῦ δάσους ἠνάγκασε τὰ πεπολιτισμένα κράτη νὰ λάβωσι δι’ αὐτὸ διάφορα προστατευτικὰ μέτρα. Αὐστηρόταται ποιναὶ ἐπιβάλλονται εἰς τοὺς ἐμπρηστὰς τῶν δασῶν ἡ δὲ ξύλευσις ῥυθμίζεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε σὺν τῷ χρόνῳ νὰ ἐπέρχηται ἀναπλήρωσις τῶν κοπτομένων δένδρων. Τὰ αὐτὰ μέτρα ἐφαρμόζονται ἤδη καὶ εἰς τὰς τροπικὰς περιοχάς, αἱ ὁποῖαι προμηθεύουσι τὸ ξύλον διὰ τὰ πλοῖα, διὰ τὰ καθίσματα, διὰ τὰ πολύτιμα ἔπιπλα (μαόνι) κλπ. Μεγάλαι ποσότητες κορμῶν δένδρων μεταφέρονται ἀδαπάνως σχεδὸν διὰ τῶν ποταμῶν, καὶ εἰς ὡρισμένα σημεῖα τούτων διαχωρίζονται ἀναλόγως τοῦ σκοποῦ διὰ τὸν ὁποῖον προορίζονται. Ἐγγὺς μεγάλων ποταμῶν, διὰ τῶν ὁποίων μεταφέρονται ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ περιοχῆς τινος κορμοὶ δένδρων, ἐγκαθιδρύονται ἤδη ἐργοστάσια ἐπεξεργασίας τοῦ ξύλου, τὸ ὁποῖον δὲν ἐξάγεται πλέον ἐκεῖθεν ὡς πρώτη ὕλη, ἀλλὰ ὡς ἕτοιμον βιομηχανικὸν προϊόν. (Πολτὸς χάρτου ἢ χαρτόμαζα, χάρτης, κυτία κλπ.). Ἡ ἑλληνικὴ βιομηχανία χάρτου χρησιμοποιεῖ πολτὸν χάρτου ἐκ τῆς Φινλανδίας, τῆς Σουηδίας καὶ τῆς Γερμανίας, διότι οὗτος καθίσταται εὐθηνότερος τοῦ πολτοῦ τῆς Ἀμερικῆς, ὅστις ἐπιβαρύνεται μὲ μεγαλύτερα μεταφορικὰ ἔξοδα.
Αρχή ΚεφαλαίουἩ ἐκτροφὴ ὡρισμένων ζῴων ὑπὸ τοῦ ἀνθρώπου συνδέεται στενώτατα πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν αὐτοῦ. Ἐκ τούτων λαμβάνεται τὸ κρέας, τὸ γάλα, τὸ βούτυρον, ὁ τυρός τὸ ἔριον, τὰ ὀστᾶ. Μεγάλη κτηνοτροφία ἀναπτύσσεται εἰς τὰς χώρας αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἐκτεταμένας πεδιάδας καὶ λειμῶνας. Τοιαῦται εἶναι αἱ Ἡνωμ. Πολ. τῆς Ἀμερικῆς, ἡ Ῥωσσία, ἡ Γερμανία, ἡ Γαλλία, ὁ Καναδᾶς, ἡ Ἀργεντινὴ, ἡ Βραζιλία, ἡ Αὐστραλία, ἡ Γιουγκοσλαβία, ἡ Ν. Ἀφρικὴ καὶ ἄλλαι.
Εἰς τὸ διεθνὲς ἐμπόριον ἐξέχουσαν θέσιν μεταξὺ τῶν κτηνοτροφικῶν προϊόντων κατέχει τὸ ἔριον. Τοῦτο ὑπῆρξεν ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων σπουδαία ὑφαντικὴ ὕλη.
Ἡ θεμελιώδης διαφορὰ τῶν ἰδιοτήτων τούτου ἀπὸ τοῦ βάμβακος ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι τὸ ἔριον εἶναι κακὸς ἀγωγὸς τῆς θερμότητος. Κατὰ συνέπειαν, τὰ ἐκ τοῦ ἐρίου ἐνδύματα καὶ λοιπὰ ὑφαντικὰ προϊόντα χρησιμοποιοῦνται, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, κατὰ τὸν χειμῶνα. Εἱς ὅλας τὰς χώρας τῆς εὐκράτου ζώνης ἐκτρέφεται τὸ πρόβατον, παρὰ τοῦ ὁποίου λαμβάνεται καὶ τὸ ἔριον. Εἰς τὰ μεγάλα ὅμως ὑφαντουργικὰ κέντρα προμηθεύονται τὸ ἔριον ἐξ ὡρισμένων χωρῶν, εἰς τὰς ὁποίας διατρέφονται ἐπὶ τούτῳ μεγάλα ποίμνια προβάτων. Εἰς τὰς χώρας αἱ ὁποῖαι ἔχουσι μικρὸν ἀριθμὸν προβάτων, χρησιμοποιεῖται τὸ ἐκ τούτων ἔριον εἰς τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν καὶ δὲν ἔρχεται εἰς τὸ παγκόσμιον ἐμπόριον. Εἰς πολλὰ μάλλινα ὑφαντικὰ προϊόντα τὸ ἔριον εἶναι ἀναμεμιγμένον μετὰ βάμβακος ἢ τεχνητοῦ ἐρίου. Ἡ σπουδαιοτέρα χώρα παραγωγῆς τοῦ ζωϊκοῦ ἐρίου εἶναι ἡ Ὠκεανία (Αὐστραλία καὶ Νέα Ζηλανδία), μετ’ αὐτὴν δὲ ἡ Νότιος Ἀμερική. Αἱ μεγαλύτεραι ἀγοραὶ ἐρίου εἰς τὴν Ὠκεανίαν γίνονται ὑπὸ ἀγγλικῶν ἐργοστασίων, τὰ ὁποῖα ἐξάγουσι μεγάλας ποσότητας ἐκλεκτῶν μαλλίνων ὑφασμάτων. Αἱ διεθνεῖς τιμαὶ τοῦ ἐρίου ῥυθμίζονται εἰς τὰ χρηματιστήρια τῆς Ν. Ὑόρκης καὶ τοῦ Λονδίνου.

Εἰς τὸν γεωργικὸν χῶρον περιλαμβάνονται αἱ καλλιεργούμεναι ἐκτάσεις τοῦ ἐδάφους, οἱ βοσκότοποι καὶ οἱ λειμῶνες γενικῶς. Αἱ πρῶται εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθῶσι στατιστικῶς, ἐν ᾧ διὰ τοὺς βοσκοτόπους καὶ τοὺς λειμῶνας ἡ στατιστικὴ ἀπογραφὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀκριβής. Ἡ οἰκονομικῶς ἐκμεταλλεύσιμος διὰ τὴν διατροφὴν τοῦ ἀνθρώπου ἐπιφάνεια τῆς ξηρᾶς ἀνέρχεται εἰς 75 ἑκατ. τετραγ. χιλιόμ. Ἐκ τῆς ἀροτριουμένης ἐπιφανείας τῆς γῆς, ἥτις ἀνέρχεται περίπου εἰς 12,2 ἑκατ. τετρ. χιλιόμ., ἀντιστοιχοῦσι κατὰ κάτοικον τῆς γῆς (πληθυσμὸς γῆς περίπου 2,9 δισεκατομμ.) 5 στρέμματα.
Ὁ γεωργικὸς χῶρος τῆς γῆς ἔχει ἐπεκταθῆ διὰ τῶν ἀρδεύσεων, τῆς ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ δι’ ἐκχερσώσεων. Δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν νὰ ὑπερβῇ ὡρισμένα ὅρια, ὁ καθορισμὸς τῶν ὁποίων ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὸ γεωγραφικὸν πλάτος καὶ τὴν μορφολογίαν τοῦ ἐδάφους. Αἱ πεδιναὶ ἐκτάσεις αἱ κείμεναι εἰς τὰ νότια κράσπεδα τῆς β. πολικῆς περιοχῆς (60-65° περίπου), ἔχουσιν ἤδη καταστῆ γεωργικῶς ἐκμεταλλεύσιμοι, διότι εἰς αὐτὰς καλλιεργοῦνται φυτὰ ἀντέχοντα εἰς τοὺς παγετοὺς καὶ ἀναπτυσσόμενα καὶ ὡριμάζοντα ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος. (Σῖτος, κριθή, βρώμη ἐντὸς 97-100 ἡμερῶν, γεώμηλα ἐντὸς 4 μηνῶν, τομάται, κρόμμυα, ῥαφανίδες, ῥῆα (ῥαβέντι, ἐλαφρὸν καθαρτικὸν), μιμαίκυλα (κούμαρα), βάτα κλπ. (εἰδικοὶ σπόροι).
Φυτὰ καὶ ζῷα γενικῶς εὐδοκιμοῦσι καλύτερον εἰς μέρη ὅπου αἱ συνθῆκαι τοῦ περιβάλλοντος εἶναι κατάλληλοι πρὸς τοῦτο. Ὁ σῖτος ἀπαιτεῖ μακρὸν χρονικὸν διάστημα ἀναπτύξεως, μεγάλην θερμοκρασίαν κατὰ τὸ θέρος, καὶ βροχὰς κατὰ τὴν ἄνοιξιν. Εὐδοκιμεῖ εἰς ὅλην σχεδὸν τὴν καλλιεργουμένην περιοχὴν τῆς γῆς (ἐκτὸς τῆς τροπικῆς ζώνης), λόγῳ τοῦ ὅτι ὑπάρχουσι πολλαὶ ποικιλίαι τούτου ἀντέχουσαι εἰς τὰς διαφόρους κλιματολογικὰς μεταβολάς. Οἱ ποτιστικοὶ κῆποι (ποτιστικὰ περιβόλια) εἶναι πολὺ ἀποδοτικώτεροι τῶν καλλιεργουμένων ἄνευ ἀρδεύσεως ἀγρῶν. Ὅπου εἶναι δυνατόν, γίνονται ἔργα τεχνητῆς ἀρδεύσεως, ἰδίως προκειμένου περὶ μεγάλων ἐκτάσεων, εἰς τὰς ὁποίας καλλιεργεῖται ἡ ὄρυζα. Τὸ δέκατον τοῦ πληθυσμοῦ τῆς γῆς διατρέφεται ἀπὸ ἀρδευομένους ἀγροὺς ἐκτάσεως μόνον 1,1 ἑκατ. τετρ. χιλιομέτρων, εἰς τοὺς ὁποίους καλλιεργεῖται ἡ ὄρυζα. Ἡ ἔκτασις αὕτη κατανέμεται ὡς ἑξῆς: Κίνα 400.000 τετρ. χιλιόμ., Ἰνδίαι 210.000, Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι τῆς Ἀμερικῆς 106.000, Ἰνδονησία 50.000, Ἰαπωνία καὶ Σοβιετικὴ Ῥωσσία ἀνὰ 30.000, Μεξικόν, Γαλλία, Αἴγυπτος ἀνὰ 25.000, Ἰταλία, Χιλή, Ἱσπανία, Ἰράκ, Περοῦ ἀνὰ 15-20.000 τετρ. χιλιόμ.
Ἀρχαιοτάτη εἶναι ἡ καλλιέργεια. ἐδαφῶν, τὰ ὁποῖα καλύπτονται ὑπὸ ὑδάτων ποταμῶν, ὅταν οὗτοι πλημμυρῶσι. Αὕτη δὲν χρειάζεται μεγάλα καλλιεργητικὰ ἔξοδα, ἡ δὲ ἀπόδοσις τοιούτων σπειρομένων ἐκτάσεων εἶναι μεγάλη. Ἐνίοτε ὅμως ἐπέρχονται καὶ καταστροφαὶ εἰς τοιαύτας καλλιεργείας, ἕνεκα ὑπερβολικῆς ἀνυψώσεως τῆς στάθμης τῶν ποταμῶν ἐκ μεγάλων βροχῶν. Κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους, εἰς τὰς πεδινὰς περιοχὰς αἵτινες εὑρίσκονται ἐγγὺς ποταμῶν, ἐκτελοῦνται συστηματικῶς ὑδραυλικὰ ἔργα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιτυγχάνεται ἡ λῆψις ἠλεκτρικῆς ἐνεργείας καὶ ἡ ἄρδευσις τῶν ἀγρῶν. Μεγάλοι ὑδατοφράκται ἐγείρονται καὶ σύναθροίζονται κολοσσιαῖα ποσὰ ὕδατος, τὸ ὁποῖον διὰ μικρῶν διωρύχων ἢ καταλλήλου σωληνώσεως διαμοιράζεται εἰς ἐκτεταμένας καλλιεργουμένας περιοχάς. Τὰ ἐδάφη, ὅπου ὑπάρχουσι μεγάλα ἀρδευτικὰ ἔργα, εἶναι κατὰ κανόνα πυκνῶς κατῳκημένα. Συνήθως κατοικοῦσι ἐκεῖ 1000 κάτοικοι κατὰ τετραγ. χιλιόμετρον. Αἱ μεγάλαι πεδιναὶ ἐκτάσεις αἱ ἀρδευόμεναι ἐκ τῶν ὑδατοφρακτῶν ἀνήκουσιν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, εἰς ἐμπορικὰς ἐπιχειρήσεις, ἰδίως εἰς τὴν Ἀφρικήν, τὴν Αὐστραλίαν καὶ τὴν νότιον Ἀμερικήν. Διὰ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος, πολλαὶ ἄγονοι ἐκτάσεις καὶ μεγάλα τμήματα ἐρήμων ἔχουσι μεταβληθῆ εἰς προσοδοφόρους ἀγρούς. Τὰ ἀρτεσιανὰ φρέατα, οἱ ὑδατοφράκται, ἡ ἄρδευσις γαιῶν ἐκ τῶν ποταμῶν καὶ ἔργα ἐμποδίζοντα τὰς καταστρεπτικὰς πλημμύρας αὐτῶν συνέβαλον πολὺ εἰς τὴν παγκόσμιον ἀπόδοσιν τῶν γεωργικῶν καλλιεργειῶν. Ὁ ἀριθμὸς τῶν μεγάλων ὑδατοφρακτῶν τῆς γῆς μέχρι τοῦ 1957 ἀνήρχετο εἰς 170, μὲ χωρητικότητα 500 ἑκατομμ. κυβ. μέτρων. Εἰς τὰ φυτὰ τῆς ἀρδευτικῆς καλλιεργείας ἀνήκει καὶ ἡ ὄρυζα. Ἡ καλλιέργεια τῆς ὀρύζης γίνεται εἰς τὰς ἐκ τῆς φύσεως εὐνοϊκὰς καὶ πυκνοκατῳκημένας περιοχὰς τῆς γῆς, ὡς εἶναι αἱ Ἰνδίαι, ἡ Ἰνδοκίνα, ἡ νότιος Κίνα, ἡ Κορέα. Πρὸς βορρᾶν τοῦ Πεκίνου ἡ καλλιέργεια τῆς ὀρύζης ἐκτείνεται μέχρι τῆς 43° Γ. Π. Εἰς τὰς τροπικὰς περιοχάς, ὅπου πνέουσιν οἱ μουσῶνες, λαμβάνονται τρεῖς συγκομιδαὶ ὀρύζης ἐτησίως, ἐν ᾧ εἱς τὰς ὑποτροπικὰς περιοχὰς μόνον μία. Εἰς τὰς ὀρεινὰς περιοχὰς τῶν τροπικῶν καὶ ὑποτροπικῶν χωρῶν εὐδοκιμεῖ εἶδος ὀρύζης ἄνευ ἀρδεύσεως. Τοῦτο ὅμως ἀποφέρει τό ἥμισυ τῆς συγκομιδῆς τῆς λαμβανομένης ἐκ τῆς δι’ άρδεύσεως καλλιεργείας.

Μεγάλοι ὑδατοφράκται τῆς γῆς.
| Ὄνομα | Ποτάμιος περιοχὴ | Ὑδατοφράκτης | |||
| Ὕψος εἰς μέτρ. | Πλάτος εἰς μέτρ. | Σκοπὸς* | Λειτουγρεῖ ἀπὸ τοῦ | ||
| Χοῦβερ | Κολοράντο Ἀμ. | 223 | 380 | Α.Η | 1936 |
| Φόρτπεκ | Μισσοῦρη » | 76 | 6400 | Ν. | 1939 |
| Μέγα Κούλη | Κολούμπια » | 168 | 1272 | Α.Η | 1942 |
| Κεντάκυ | Τεννεσῆ » | 63 | 2570 | Η.Ν | 1944 |
| Σιάστα | Σακραμέντο » | 171 | 1067 | Η. | 1944 |
| Γκατοὺν | Διώρ. Παναμᾶ » | 35 | 2350 | Ν. | 1912 |
| Ἀσσουὰν | Νείλου | 45 | 1950 | Η. | 1902 |
| Δνειπέρου | Δνειπέρου | 61 | 760 | Η.Ν | 1932 |
| Σουκοὺρ | Ἰνδου | 58 | 1600 | Η. | 1929 |
| Σεννὰρ | Κυανοῦ Νείλου | - | 3025 | Η. | 1926 |
| Ἔντερ | Ἔντερ Γερμ. | 48 | 400 | Η.Ν | 1914 |
* (Α=ἄρδευσις, Η=ἠλεκτρική ἐνέργεια, Ν=ναυσιπλοΐα).
Ὁ σῖτος. Διὰ νὰ εὐδοκιμήσῃ ὁ σῖτος, ἀπαιτεῖται πλούσιον εἰς θρεπτικὰς οὐσίας ἔδαφος, ὑγρασία κατὰ τὴν ἄνοιξιν καὶ ξηρασία καὶ μεγάλη θερμοκρασία κατὰ τὸ θέρος. Καλλιεργεῖται κυρίως εἰς τὰς εὐκράτους καὶ τὴν ὑποτροπικὴν ζώνην. Εἰς τὴν τροπικὴν ζώνην δὲν εὐδοκιμεῖ. Ὁ σῖτος ἀποτελεῖ τὴν σπουδαιοτέραν τροφὴν τοῦ ἀνθρώπου, ἡ δὲ διὰ τὴν καλλιέργειαν αὐτοῦ διατιθεμένη ἔκτασις εἶναι μεγάλη καὶ ἴση σχεδὸν πρὸς τὴν ἔκτασιν τὴν διατιθεμένην διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν λοιπῶν δημητριακῶν. Εἰς τὴν νοτιοανατολικὴν Ἀσίαν ὅμως καὶ τὴν Ἰαπωνίαν ἡ μεγαλυτέρα καλλιεργουμένη ἔκτασις διατίθεται διὰ τὴν ὄρυζαν. Ἐπειδὴ ὁ σῖτος εὐδοκιμεῖ καὶ εἰς τὰ δύο ἡμισφαίρια, αἱ ἐσοδεῖαι τούτου διαδέχονται ἀλλήλας. Οὕτω, εἰς τὴν βόρειον Ἀμερικὴν καὶ τὴν Εὐρώπην λαμβάνεται αὕτη κατ’ Ἰούλιον-Αὔγουστον, εἰς τὴν Ἀργεντινὴν κατὰ Νοέμβριον-Δεκέμβριον, εἰς τὴν Αὐστραλίαν κατὰ Δεκέμβριον-Ἰανουάριον, εἰς τὰς Ἰνδίας κατὰ Φεβρουάριον-Μάρτιον.

Τὴν πρώτην θέσιν εἰς τὴν παγκόσμιον παραγωγὴν τοῦ σίτου κατέχει ἡ Ῥωσσία. Εἰς τὰς ἀπεράντους καὶ εὐφορωτάτας πεδιάδας αὐτῆς
καλλιεργεῖται ὁ σῖτος, ὅστις ὄχι μόνον ἐπαρκεῖ διὰ τὴν διατροφὴν τοῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας (ὑπερβαίνοντος τὰ 200 ἑκατ.), ἀλλὰ
καὶ ἐξάγεται εἰς ἄλλας, γειτονικὰς ἰδίως χώρας. Κατὰ τὴν στατιστικὴν παραγωγῆς τοῦ 1938 (ἐλλείπουσιν εἰς τὸν
Τὰ ἄλλα δημητριακά. Ἡ παραγωγὴ τῶν λοιπῶν δημητριακῶν ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ οἰκείου στατιστικοῦ πίνακος.
Τὰ γεώμηλα. Διὰ τοὺς κατοίκους τῆς Εὐρώπης τὸ γεώμηλον ἀποτελεῖ τὸ σπουδαιότεοον μετὰ τὸν σῖτον γεωργικὸν προϊόν, τὸ χρησιμοποιούμενον διὰ τὴν τροφὴν τοῦ ἀνθρώπου. Καίτοι τοῦτο δὲν ἔχει τὴν θρεπτικὴν ἀξίαν τοῦ σίτου, διότι ἔχει ὀλιγωτέρας τούτου ἀζωτούχους καὶ λιπαρὰς οὐσίας καὶ περισσότερον ὕδωρ, ἐν τούτοις, ἕνεκα τῆς εὐκόλου καλλιεργείας του, τῆς μικρᾶς τιμῆς του καὶ τῆς μεγάλης αὐτοῦ γεωργικῆς ἀποδόσεως, ἀπέκτησε σπουδαίαν οἰκονομικὴν σημασίαν.
Ὁ καπνός . Ἡ μεγαλυτέρα ποσότης τῆς παγκοσμίου παραγωγῆς καπνοῦ διατίθεται διὰ τὴν παραγωγὴν σιγαρέττων. Ὁ καπνὸς διακρίνεται εἰς δύο κυρίως εἴδη, τὸν κοινὸν καὶ τὸν εἰδικόν. Εἰς τὸν κοινὸν ὑπάγονται ἰδίως τὰ καπνὰ τῆς Ἀμερικῆς, ἐν ᾧ εἰς τὸν εἰδικὸν ὑπάγονται τὰ λεγόμενα ἀνατολικὰ καπνά, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνήκουσι καὶ αἱ ἑλληνικαὶ ποικιλίαι καπνοῦ. Εἰς τὸ διεθνὲς ἐμπόριον διακρίνονται 6 μεγάλαι κατηγορίαι καπνῶν: 1) Βορειοαμερικανικὰ (Βιργινίας). 2) Δυτικοϊνδικὰ (Ἁβάνας, Κούβας, Πορτορίκου, Δομινίκου). 3) Νοτιοαμερικανικὰ (Βενεζουέλας, Βραζιλίας, Παραγουάης). 4) Ἀνατολικοϊνδικὰ (Κεϋλάνης, Νεπάλ). 5) Δυτικοευρωπαϊκά. 6) Ἀνατολικά. Τὸ κλίμα, τὸ ἔδαφος καὶ τὸ εἶδος τοῦ σπόρου εἶναι οἱ τρεῖς κύριοι συντελεσταὶ τῆς ποιότητος τοῦ καπνοῦ. Γενικῶς ὁ καπνὸς καλλιεργεῖται εἰς τὰ εὔκρατα κλίματα. Ὡς καλυτέρα ποιότης καπνοῦ θεωρεῖται ὁ καπνὸς τῆς Ξάνθης καὶ τῆς Σουμάτρας, λόγῳ τοῦ ἀρώματος αὐτοῦ. Διὰ τὴν Ἑλλάδα ἡ καλλιέργεια καὶ πώλησις τοῦ καπνοῦ ἔχει σπουδαιοτάτην σημασίαν, διότι οὗτος ἀποτελεῖ τὸ σπουδαιότερον ἐξαγωγικὸν προϊὸν τῆς χώρας ἡμῶν.
Αἱ φυτεῖαι. Ὑπὸ τὸ γενικὸν τοῦτο ὄνομα νοεῖται ἰδιαιτέρως ἡ ἐκμετάλλευσις μεγάλων ἀγροκτημάτων εἰς τὰς τροπικὰς. καὶ ὑποτροπικὰς χώρας. Ἡ δημιουργία τούτων χρονολογεῖται ἀπὸ τῶν πρώτων χρόνων τῶν ἀνακαλύψεων καὶ τοῦ ἀποικισμοῦ (15ος αἰών), ὅτε μεγάλαι πεδιναὶ ἐκτάσεις γῆς (κτήματα 40.000-100.000 στρεμμάτων) ἐδωρήθησαν εἰς τοὺς συντελέσαντας πολὺ εἰς τὴν ἀνακάλυψιν τῶν νέων χωρῶν καὶ εἰς ἐξέχοντα πρόσωπα τοῦ ἀποικιακοῦ κράτους. Ἡ καλλιέργεια τῶν φυτειῶν περιωρίζετο κατ’ ἀρχὰς μόνον εἰς ἓν εἶδος φυτοῦ, π.χ. σακχαροκαλάμου ἢ καφὲ ἢ βάμβακος (μονοκαλλιέργειαι). Βραδύτερον ἀνεπτύχθη ἡ καλλιέργεια πολλῶν φυτῶν εἰς τὸ αὐτὸ ἀγρόκτημα κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος (πολυκαλλιέργειαι). Σπουδαῖα προϊόντα λαμβανόμενα ἐκ τῶν φυτειῶν εἶναι τὸ σακχαροκάλαμον, τὸ κακάον, ὁ καφές, τὸ τέιον, ὁ βάμβαξ, τὸ ἐλαστικὸν κόμμι (καουτσούκ), αἱ ἶνες τῶν φύλλων τῆς ἀγαύης καὶ ἄλλα.
Τὸ σακχαροκάλαμον. Τοῦτο εὐδοκιμεῖ εἰς ὑγρὸν ἔδαφος, ὅπου τὸ ἐτήσιον βροχομετρικὸν ὕψος φθάνει τοὐλάχιστον τὸ ἕν μέτρον καὶ ἡ μέση ἐτησία θερμοκρασία εἶναι τοὐλάχιστον 20°C. Μεγάλαι φυτεῖαι σακχαροκαλάμου ὑπάρχουσιν εἰς τὴν Κούβαν, τὸ Πόρτο Ρίκο, τὴν Βραζιλίαν, τὴν Ἰάβαν καὶ ἀλλαχοῦ. Κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἡ συγκομιδὴ τοῦ σαχκχαροκαλάμου γίνεται διὰ μηχανῶν. Εἰς τὰς Ἰνδίας καὶ τὴν Κίναν δὲν ὑπάρχουσι κατὰ κανόνα μεγάλαι φυτεῖαι, ὡς εἰς τὰς τροπικὰς χώρας, ἀλλὰ ἡ καλλιέργεια τοῦ σακχαροκαλάμου γίνεται εἰς μικρὰς ἐκτάσεις ὑπὸ τῶν ἀγροτῶν, οἱ ὁποῖοι εἰς στοιχειώδεις ἐγκαταστάσεις ἐπεξεργάζονται τὸ φυτὸν καὶ λαμβάνουσι τὸ σάκχαρον. Ἡ ἀπόδοσις ὅμως τῶν ἐγκαταστάσεων τούτων δὲν εἶναι ἱκανοποιητική. Αἱ κύριαι χῶραι ἐξαγωγῆς σακχάρου ἐφοδιάζουσι, κατόπιν ἐμπορικῶν συνθηκῶν μακρᾶς διαρκείας, ὡρισμένα κράτη, ἔχουσαι οὕτω ἐξασφαλίσει τὴν πώλησιν τῆς παραγωγῆς. Ὅθεν μικραὶ μόνον ποσότητες σακχάρου ἔρχονται εἰς τὸ ἐλεύθερον ἐμπόριον. Αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι καλύπτουσι τὸ ἐλλεῖπον ἐκ τῆς παραγωγῆς αὐτῶν σάκχαρον ἐκ τῶν ἀγορῶν τῶν δυτικῶν Ἰνδιῶν καὶ τῆς νήσου Χαβάης. Ἡ κεντρικὴ καὶ ἡ ἀνατολικὴ Εὐρώπη καλύπτει τὰς ἀνάγκας αὐτῆς εἰς σάκχαρον ἐκ τῶν αὐτόθι καλλιεργουμένων σακχαροτεύτλων.

Τὸ κακάον. Τὸ κακαόδενδρον εὐδοκιμεῖ εἰς ὑγρὸν μαλακὸν ἔδαφος, ἀλλὰ δὲν ἀντέχει εἰς τοὺς ἰσχυροὺς ἀνέμους. Εἶναι ἰθαγενὲς φυτὸν τῆς περὶ τὸν ἰσημερινὸν νοτίου Ἀμερικῆς. Μετὰ τὸ πέρας τοῦ πρώτου παγκοσμίου πολέμου (1914-1918) εἰσήχθη ἡ καλλιέργεια τοῦ κακαοδένδρου εἰς τὴν Δυτικὴν Γαλλικὴν Ἀφρικήν, ἰδίως δὲ εἰς τὴν ἄνω Γουϊνέαν, ἡ ὁποία παράγει σήμερον τὰ δύο τρίτα τῆς παγκοσμίου παραγωγῆς. Ἐγκαταστάσεις πρὸς ἐπεξεργασίαν τοῦ καρποῦ δὲν ὑπάρχουσιν ἐκεῖ, ἀλλὰ εἰς τὰ μεγάλα βιομηχανικὰ κέντρα καταναλώσεως τῆς Εὐρώπης, Ἀμερικῆς καὶ Ἀσίας. Ὑπάρχει ὅμως κρατικὴ ὀργάνωσις, ἡ ὁποία διαφωτίζει τὸν ἰθαγενῆ πληθυσμὸν περὶ τῶν καλυτέρων τρόπων καλλιεργείας τοῦ φυτοῦ καὶ τῆς προστασίας αὐτοῦ ἐκ τῶν ἐπιβλαβῶν ἐντόμων καὶ μικροοργανισμῶν.
Ὁ καφές. Ἡ καφέα εὐδοκιμεῖ εἰς ἔδαφος εὔφορον, καλῶς διαβρεχόμενον, ἀλλὰ οὐχὶ πολὺ θερμόν. Εἶναι ἰθαγενὲς φυτὸν τῆς περὶ τὸν ἰσημερινὸν νοτίου Ἀμερικῆς, τῆς Κεϋλάνης καὶ τῆς Ἰάβας. Ἡ παραγωγὴ ἐτησίως ὑφίσταται μεγάλας διακυμάνσεις ἕνεκα τῆς ἐπιδράσεως ἀποτόμων κλιματολογικῶν μεταβολῶν καὶ τῶν ἐπιβλαβῶν ἐντόμων. Οὕτω, εἰς τὴν Βραζιλίαν παρήχθησαν κατὰ τὸ 1929 περίπου 400.000 τόννοι, κατὰ τὸ 1930 περίπου 1.140.000 τόννοι καὶ κατὰ τὸ 1931 περίπου 480.000 τόννοι. Εἰς τὴν Ἀφρικὴν ἡ καφέα μετεφυτεύθη ἐκ τῆς Κεϋλάνης καὶ τῆς Ἰάβας κατὰ τὸ 1850. Εἴκοσιν ἔτη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης ἡ παραγωγὴ καφὲ τῆς Ἀφρικῆς ἦτο μεγαλυτέρα τῆς παραγωγῆς τῶν Ἀσιατικῶν χωρῶν. Σήμερον τὸ ἥμισυ τῆς παγκοσμίου παραγωγῆς καφὲ προέρχεται ἐκ τῆς Βραζιλίας καὶ τῆς Κολομβίας.
Τὸ τέιον. Εἶναι φυτὸν τῶν ὑποτροπικῶν χωρῶν. Εὐδοκιμεῖ κυρίως εἰς τὰ κράσπεδα τῶν Ἰμαλαΐων, εἰς τὴν νότιον Κίναν, τὴν κεντρικὴν καὶ νότιον Ἰαπωνίαν, τὴν Φορμόζαν καὶ τὴν Κεϋλάνην, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναπτύσσεται καὶ εἰς ὀρεινὰ ἐδάφη μέχρις ὕψους 2500μ.. Εἰς τὴν Εὐρώπην προτιμᾶται τὸ τέιον τοῦ Ἀσσάμ, τῆς Κεϋλάνης καὶ τῆς Ἰάβας. Τὸ ἥμισυ τῆς παγκοσμίου παραγωγῆς τεΐου διατίθεται εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ Λονδίνου.
Τὰ φυτικὰ ἔλαια. Ταῦτα ἀποτελοῦσι τὸ μὲν σπουδαίαν τροφήν, τὸ δὲ πρώτην ὕλην πολλῶν βιομηχανιῶν (σάπωνες, γλυκερίνη κ.ἄ.) Εἰς ταῦτα ὑπάγονται τὸ ἔλαιον τῆς ἐλαίας, τὸ βαμβακέλαιον, τὸ ἀραχιδέλαιον, τὸ ἔλαιον σόγιας κλπ. Ἰδιαιτέραν σημασίαν διὰ τὴν Ἑλλάδα ἔχει τὸ ἔλαιον τῆς ἐλαίας. Τούτου γίνεται καὶ ἐξαγωγή, ἀφοῦ καλύπτονται αἱ ἀνάγκαι τῆς ἐγχωρίου καταναλώσεως. Μεγάλη παραγωγὴ καὶ κατανάλωσις ἐλαίου σόγιας γίνεται εἰς τὴν Κίναν καὶ τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς. Τὸ ἀραχιδέλαιον παράγεται εἰς τὴν τροπικὴν ζώνην, χρησιμοποιεῖται ὅμως ὑπὸ τῆς βιομηχανίας τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀμερικῆς (Ἡν. Πολ.).
Ὁ οἶνος . Εἶναι προϊὸν τῆς ἀμπέλου, ἡ ὁποία εὐδοκιμεῖ ἰδίως εἰς τὰς χώρας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι κλίμα μεσογειακόν. Εἰς τὴν Εὐρώπην ἡ καλλιέργεια ταύτης ἐκτείνεται μέχρι τοῦ ποταμοῦ Ῥήνου. Ὁ οἶνος καὶ ἡ σταφὶς ἀποτελοῦσι σπουδαῖα εἴδη τοῦ ἑλληνικοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου. Αἱ σπουδαιότεραι χῶραι παραγωγῆς οἴνου εἶναι ἡ Ἰταλία, ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ἱσπανία, σταφίδος δὲ εἶναι ἡ Ἑλλὰς, ἡ Τουρκία καὶ αἱ Ἡνωμ. Πολιτεῖαι. Ἡ Ἑλλὰς ἐξάγει οἶνον εἰς Γαλλίαν, σταφίδα δὲ εἰς Ἡνωμένον Βασίλειον (Ἀγγλίαν), Γερμανίαν, Γιουγκοσλαβίαν, Τσεχοσλοβακίαν, Ὁλλανδίαν, Γαλλίαν, Αὐστρίαν, Νορβηγίαν, Σουηδίαν, Δανίαν, Ἑλβετίαν, Φινλανδίαν.
Τὸ ἐλαστικὸν κόμμι (καουτσούκ). Τοῦτο εἶναι γαλακτώδης πυκνόρρευστος χυμὸς (κόμμι) λαμβανόμενος ἐκ τῆς ἐκκρίσεως τροπικῶν φυτῶν. Μεγάλην σημασίαν ἀπέκτησε τὸ κόμμι τοῦτο ἀπὸ τοῦ 1910 περίπου, ὅτε ἤρχισεν ἀναπτυσσομένη ἡ βιομηχανία τῶν αὐτοκινήτων. Αἱ σπουδαιότεραι χῶραι παραγωγῆς φυσικοῦ ἐλαστικοῦ κόμμεος εἶναι ἡ Μαλαισία, ἡ Ἰνδονησία, ἡ Κεϋλάνη, ἡ Ἰνδοκίνα καὶ ἡ Βραζιλία. Ἡ παραγωγὴ τῶν χωρῶν τούτων δὲν ἐπαρκεῖ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς βιομηχανίας, ἡ ὁποία χρησιμοποιεῖ καὶ συνθετικὸν ἐλαστικὸν κόμμι, παραγόμενον διὰ τῆς ἐπεξεργασίας γαιάνθρακος καὶ πετρελαίου. Αἱ μεγαλύτεραι ποσότητες συνθετικοῦ προϊόντος παρασκευάζονται ὑπὸ τῆς βιομηχανίας τῆς Ἀμερικῆς, τῆς Γερμανίας καὶ τῆς Ῥωσσίας.
Ὁ βάμβαξ. Ἐκ τῶν φυσικῶν ὑφαντικῶν ὑλῶν, ζωϊκῶν καὶ φυτικῶν, σπουδαιοτάτην σημασίαν διὰ τὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ὁ βάμβαξ. Τὸ φυτὸν τοῦτο εὐδοκιμεῖ εἰς τὴν τροπικὴν καὶ ὑποτροπικὴν ζώνην, ὡς καὶ εἰς τὴν γειτονικὴν πρὸς ταύτην περιοχὴν τῆς εὐκράτου ζώνης (περίπου μεταξὺ 36°-41° Γ.Π.). Ἀπαιτεῖ 6-7 μῆνας πρὸς ἀνάπτυξιν καὶ ὡρίμανσιν, καὶ ξηρασίαν κατὰ τὴν συγκομιδήν. Εἶναι ἰθαγενὲς φυτὸν τῆς Ἀσίας (περιοχῆς τῶν μουσώνων), τῶν Ἡνωμ. Πολιτειῶν καὶ τοῦ Μεξικοῦ. Ἡ χρῆσις του ὑπὸ τοῦ ἀνθρώπου ἀνάγεται εἰς τὴν προϊστορικὴν ἀκόμη ἐποχὴν (Ἰνδίας, Κίναν). Ὅτε ἀνεπτύχθησαν αἱ ὑφαντικαὶ μηχαναί, ἡ παγκοσμία κατανάλωσις βάμβακος ηὔξησε καταπληκτικῶς. Οὕτω, εἰς τὰς Ἡνωμ. Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς ἡ παραγωγή του εἶχεν ὡς ἑξῆς ἐτησίως: 1821-183Ο: 100.000 τόννους, 1851-60: 700.000 τόνν., 1880: 1 ἑκατ. τόννους, 1895: 2 ἑκατ. τόνν., 1913: 2,8 ἑκατ. τόννους, 1926: 3,8 ἑκατ. τόνν., 1948: 3,3 ἑκατ. τόνν., 1955: 3,2 ἑκατ. τόνν. Αἱ ἶνες αὐτοῦ χρησιμοποιοῦνται ὡς πρώτη ὕλη εἰς τὴν ὑφαντουργίαν καὶ τὴν χημικὴν βιομηχανίαν, ὁ δὲ σπόρος του εἰς τὴν κτηνοτροφίαν καὶ τὴν παραγωγὴν βαμβακελαίου. Διακρίνονται πολλαὶ ποικιλίαι καὶ ποιότητες βάμβακος (στιλπνός, μακρόινος, βραχύινος κλπ.). Σπουδαιότεραι χῶραι παραγωγῆς τούτου εἶναι αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι τῆς Ἀμερικῆς, αἱ Ἰνδίαι, ἡ Ῥωσσία (Τουρκεστάν, νοτίως τῆς Ἀράλης λίμνης), ἡ Κίνα, ἡ Βραζιλία, ἡ Αἴγυπτος καὶ ἄλλαι. Ἡ διὰ τὴν καλλιέργειαν τοῦ βάμβακος διατιθεμένη εἰς ὅλην τὴν γῆν ἔκτασις ἀνέρχεται περίπου εἰς 300 ἑκατ. στρέμματα (διὰ τὸν σῖτον 1200 ἑκ. στρέμμ. καὶ διὰ τὴν ὄρυζαν 900 ἑκ. στρέμμ.), ἡ δὲ παγκόσμιος παραγωγὴ κυμαίνεται μεταξὺ 10-11 ἑκατομμ. τόνν. περίπου ἐτησίως. Ξηραὶ ἐκτάσεις ἀποδίδουσιν ἐτησίως κατὰ μέσον ὅρον 20 χιλιόγρ. κατὰ στρέμμα, ἐν ᾧ αἱ ἀρδευόμεναι 50-60 χιλιόγρ. κατὰ στρέμμα. Καλυτέρας ποιότητος βάμβαξ θεωρεῖται ὁ αἰγυπτιακός, ὁ ῥωσσικὸς καὶ ὁ τῆς Φλωρίδος. Τὴν μεγαλυτέραν ζήτησιν εἰς τὴν παγκόσμιον ἀγορὰν ἔχει εἶδος τι βάμβακος, τοῦ ὁποίου αἱ ἶνες εἶναι μαλακαί, ἀνθεκτικαὶ καὶ τὸ μῆκος αὐτῶν ἀνέρχεται εἰς 2,1 ἑκατοστόμ. περίπου. Ἀκριβώτερος καὶ ἀρίστης ποιότητος εἶναι ὁ αἰγυπτιακός, τοῦ ὁποίου τὸ μῆκος τῶν ἰνῶν ἀνέρχεται εἰς 3,8 ἑκατοστόμ. Ὅμοιος βάμβαξ καλλιεργεῖται εἰς τὴν Βραζιλίαν καὶ τὸ Περοῦ. Αἱ τιμαὶ τοῦ βάμβακος ῥυθμίζονται εἰς τὰ χρηματιστήρια ἐμπορευμάτων τῶν Ἡνωμ. Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς, τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Αἰγύπτου. Ὁ βάμβαξ φέρεται εἰς τὸ ἐμπόριον, ἀφοῦ ἀφαιρεθῆ ὁ σπόρος αὐτοῦ δι’ ἐκκοκκιστικῶν μηχανῶν (ἐκκοκκισμένος βάμβαξ). Ὁ βαμβακόσπορος χρησιμοποιεῖται εἰς τὴν κτηνοτροφίαν καὶ διὰ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ βαμβακελαίου.



Μεταλλευτικὴ ἢ μεταλλεία ὀνομάζεται ὁ κλάδος ἐκεῖνος τῆς οἰκονομίας, ὅστις λαμβάνει τὰς πρώτας ὕλας ἐκ τοῦ ὑπεδάφους (ὀρυκτά). Ἡ ἐπεξεργασία τῶν ὑλῶν τούτων ὀνομάζεται μεταλλουργία (διὰ τὸ πετρέλαιον ὀνομάζεται αὕτη διΰλισις). Ἡ μεταλλεία, ἡ μεταλλουργία καὶ τὸ ἐμπόριον τῶν ἐκ τῆς γῆς λαμβανομένων ὀρυκτῶν (μετάλλων, πολυτίμων λίθων, πετρελαίου, διαφόρων ἀερίων κλπ.) συνιστῶσι τὴν μεταλλευτικὴν καλουμένην οἰκονομίαν. Αἱ πρῶται ὗλαι τῆς μεταλλευτικῆς δὲν ἀνανεοῦνται κατ’ ἔτος, ὡς τοῦτο συμβαίνει μὲ τὸν σῖτον τὸν βαμβακα κλπ. Ἕνεκα τούτου ἔχει ὁ ἄνθρωπος ὑπ’ ὄψει του ὅτι τὰ κοιτάσματα τῆς γῆς, παρ’ ὧν λαμβάνει πρώτας ὕλας, ἡμέραν τινὰ θὰ ἐξαντληθῶσι, καὶ προσπαθεῖ νὰ εὕρῃ τρόπον ἀντικαταστάσεως αὐτῶν, ὅσον τοῦτο θὰ εἶναι ἐφικτόν. Πρὸς τοῦτο καταβάλλεται προσπάθεια, τὸ μὲν διὰ νὰ γίνεται λελογισμένη ἐκμετάλλευσις τοῦ ὑπογείου πλούτου τῆς γῆς, τὸ δὲ διὰ νὰ εὑρεθῶσι νέαι ὀρυκτωρυχικαὶ πηγαί. Ἤδη ἀπὸ τῶν προϊστορικῶν χρόνων, ὁ ἄνθρωπος ἐλάμβανε μέταλλα καὶ πολυτίμους λίθους ἐκ τοῦ ἐδάφους. Εἰς τὴν Κύπρον, τὴν Αἴγυπτον καὶ τὴν Μεσοποταμίαν ἡ μεταλλουργία ἦτο γνωστὴ χιλιάδας τινὰς ἔτη π.Χ. Ὁ Ὅμηρος ἐξ ἄλλου μᾶς πληροφορεῖ ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Τρωϊκοῦ πολέμου οἱ Ἕλληνες ἐγνώριζον τὴν μεταλλουργίαν (Ἰλ. Σ 468). Ἰδιαιτέραν ἀνάπτυξιν ἔλαβεν ἡ μεταλλευτικὴ οἰκονομία ἀπὸ τοῦ 19ου αἰῶνος. Ἡ ἀνάπτυξις αὕτη συνδέεται πρὸς τὴν ὕπαρξιν γαιάνθρακος, πετρελαίου ἢ ὑδατοπτώσεων. Μέχρι τοῦ 1914 τὰ 3/4 πάσης ἐνεργείας ἐλαμβάνοντο ἐκ τοῦ γαιάνθρακος, ἐν ᾧ σήμερον ἡ ἐκ τοῦ γαιάνθρακος λαμβανομένη ἐνέργεια δὲν φθάνει τὰ 50% τῆς παγκοσμίου καταναλώσεως ἐνεργείας. Τοὐναντίον, ἡ χρησιμοποίησις τοῦ πετρελαίου ἔχει ἀπὸ τότε πενταπλασιασθῆ καὶ ἡ ἐκ τοῦ πίπτοντος ὕδατος λαμβανομένη ἐνέργεια ἔχει τετραπλασιασθῆ.

Ὁ γαιάνθραξ. Οὗτος περιέχει 90% ἄνθρακα περίπου καὶ ἐσχηματίσθη εἰς διαφόρους γεωλογικὰς περιόδους, κατὰ τὸ πλεῖστον ὅμως κατὰ τὴν λιθανθρακοφόρον γεωλογικὴν περίοδον. Ὁ λιγνίτης εἶναι ἐπίσης γαιάνθραξ, ὅστις ἐσχηματίσθη εἰς πολὺ νεωτέραν γεωλογικὴν περίοδον (κατὰ τὴν τριτογενῆ), περιέχει δὲ 45-65% ἄνθρακα καὶ εἶναι συνεπῶς κατωτέρας ποιότητος. Ὁ γαιάνθραξ ἀπαντᾷ εἰς βαθύτερα στρώματα τῆς γῆς, ἐν ᾧ ὁ λιγνίτης συνήθως εἰς τὰ ἀνώτερα. Ὁ γαιάνθραξ χρησιμοποιεῖται εἰς ἀτμομηχανὰς διὰ τὴν θέρμανσιν τοῦ ὕδατος καὶ παραγωγὴν τοῦ ἀτμοῦ, εἰς τὴν λῆψιν ἠλεκτρικῆς ἐνεργείας, εἰς τὴν παραγωγὴν βενζίνης, χρωμάτων, φαρμάκων, τεχνητῶν ὑφαντικῶν ὑλῶν κλπ. Ἡ βορειοδυτικὴ Εὐρώπη, ἡ Ῥωσσία καὶ αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι τῆς Ἀμερικῆς ὀφείλουσι τὴν πολιτικὴν καὶ βιομηχανικὴν αὐτῶν ἰσχὺν κατὰ μέγα μέρος εἰς τὰ κοιτάσματα ἄνθρακος τὰ ὁποῖα διαθέτουσι. Ἡ ποσότης τῶν ὑπαρχόντων κοιτασμάτων ἄνθρακος τῆς γῆς ὑπολογίζεται ὡς κάτωθι, εἰς δισεκατομμύρια τόννους:
| Εὐρώπη. | Β. Ἀμερική. | Ν. Ἀμερική. | Ἀσία. | Ἀφρική. | Ὠκεανία. | Ῥωσσία. |
| 620 | 2.100 | 40 | 300 | 75 | 15 | 1450 |
Ἡ παγκόσμιος παραγωγὴ ἐνεργείας ἐκπεφρασμένη εἰς ἑκατομμύρια μετρικῶν τόννων γαιάνθρακος.
| Ἔτος | Ὁλικὴ ἐνέργεια | Γαιάνθραξ καὶ λιγνίτης | Ἀκάθαρτον πετρέλαιον | Φυσικὸν ἀέριον | Ὑδροηλεκτρικὴ |
| 1929 | 1778 | 1412 | 276 | 76 | 14 |
| 1957 | 3693 | 1976 | 1176 | 473 | 68 |
| 1958 | 3861 | 2071 | 1206 | 508 | 76 |
| 1959 | 4092 | 2147 | 1299 | 567 | 79 |
Τὸ πετρέλαιον. Τοῦτο ὑπάρχει εἰς διάφορα ὑπόγεια στρώματα τῆς γῆς, ἀνευρίσκεται δὲ διὰ γεωτρήσεων, αἱ ὁποῖαι διενεργοῦνται πολλάκις εἰς μέγα βάθος. (Εἰς τὰς Ἡνωμ. Πολιτείας ὑπερέβησαν τὰ 6200 μ. βάθος κατὰ τὴν ἀναζήτησιν πετρελαίου). Τὸ πολύτιμον τοῦτο ὑγρόν, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται καὶ μαῦρος ὑγρὸς χρυσός, εἶναι σπουδαιότατον διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἀνθρώπου. Χρησιμοποιεῖται εἰς τὴν χημικὴν βιομηχανίαν καὶ εἰς τὴν κίνησιν τῶν αὐτοκινήτων καὶ ἀεροπλάνων, ἀφοῦ, ἐννοεῖται, ὑποστῇ κατάλληλον καθαρισμὸν καὶ ἐπεξεργασίαν, ἥτις ἐπιτυγχάνεται διὰ τῶν διϋλιστηρίων. Τοιαῦτα διϋλιστήρια ἀπέκτησε καὶ ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τοῦ 1958 (κείμενα εἰς τὸν Ἀσπρόπυργον, μεταξὺ Σκαραμαγκᾶ καὶ Ἐλευσῖνος). Τὸ πετρέλαιον παρουσιάζει μεγάλα πλεονεκτήματα ἔναντι τοῦ γαιάνθρακος. Ἡ μεταφορά του εἶναι εὔκολος, ἡ φόρτωσις καὶ ἐκφόρτωσις εἰς τὰ πλοῖα καὶ τὰ φορτηγὰ αὐτοκίνητα ταχεῖα καὶ εὔκολος, γίνεται δὲ διατηρουμένης πολλῆς καθαριότητος. Εἰς τὴν Ἐγγὺς Ἀνατολήν, μετὰ τὸν δεύτερον παγκόσμιον πόλεμον εὑρέθησαν μεγάλαι ποσότητες πετρελαίου, τὰς ὁποίας ἐκμεταλλεύονται ἀμερικανικαὶ καὶ ἀγγλικαὶ ἑταιρεῖαι. Ἡ μεταφορὰ τοῦ πετρελαίου ἐκ τῶν τόπων ἀντλήσεως εἰς τοὺς τόπους τῶν διϋλιστηρίων ἢ τῆς καταναλώσεως γίνεται ἰδίως διὰ μεγάλων δεξαμενοπλοίων (τὸ μεγαλύτερον ἐν τῷ κόσμῳ (1961) εἶναι Ἑλληνικόν). Διὰ τὴν ταχεῖαν καὶ εὐθηνὴν μεταφορὰν τοῦ πετρελαίου ἐκ τῶν φρεάτων ἀντλήσεως εἰς τοὺς λιμένας φορτώσεως, ἔχουσιν ἐγκατασταθῆ ὑπὸ τὸ ἔδαφος ἀγωγοὶ μήκους πολλῶν ἑκατοντάδων χιλιομέτρων. (Εἰς Συρίαν-Λίβανον-Παλαιστίνην, Καύκασον, Ἡν. Πολιτ. Ἀμερικῆς κλπ.).
Τὰ μέταλλα. Ἐκ τοῦ πλήθους τῶν μετάλλων τὸ σπουδαιότερον εἶναι ὁ σίδηρος. Ἐκ τούτου κατασκευάζονται παντὸς εἴδους μηχαναὶ καὶ ἐργαλεῖα. Ἡ λῆψις τοῦ σιδήρου γίνεται ἐκ τῶν σιδηρούχων μεταλλευμάτων, ἀφοῦ ταῦτα ὑποστῶσι κατεργασίαν διὰ θερμάνσεως εἰς τὰς ὑψικαμίνους. Διακρίνονται πολλὰ εἴδη μεταλλευμάτων σιδήρου, ἀναλόγως τῆς εἰς σίδηρον περιεκτικότητος αὐτῶν, σπουδαιότερα τῶν ὁποίων εἶναι ὁ μαγνήτης (Βόρειον Σουηδίαν, Οὐράλια 45-70%), ὁ ἐρυθρὸς σιδηρόλιθος (Βόρ. Ἱσπανίαν, Ἀνωτέραν λίμνην Β. Ἀμερικῆς, Κριβόι-Ρὸγκ Οὐκρανίας, παραπόταμον τοῦ Ῥήνου Λάν, ἐν Γερμανία 40-65%), ὁ σιδηρίτης (Ἀγγλίαν Αὐστρίαν 28-40%)καὶ ὁ λειμωνίτης (Γαλλίαν Γερμανίαν 25-30%). Ἡ περιεκτικότης εἰς σίδηρον τῶν μεταλλευμάτων αὐτοῦ ἔχει σημασίαν διὰ τὴν βιομηχανίαν τοῦ χάλυβος.Ὅταν αὕτη εἶναι κατωτέρα τῶν 25%, ταῦτα δὲν θεωροῦνται οἰκονομικῶς ἐκμεταλλεύσιμα. Ἐπὶ τοῦ παρόντος αἱ ποσότητες μεταλλευμάτων σιδήρου, αἱ λαμβανόμεναι ἐκ τοῦ βορείου ἡμισφαιρίου, εἶναι πολὺ περισσότεραι τῶν τοῦ νοτίου ἡμισφαιρίου. Παρὰ ταῦτα, διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ἀναγκῶν τῶν μεγάλων βιομηχανικῶν κέντρων εἰς σίδηρον (Ἡν. Πολ. Ἀμερικῆς, Δυτικῆς Εὐρώπης, Ῥωσσίας) εἰσάγονται εἰς ταῦτα σιδηρομεταλλεύματα ἐκ τῆς βορείου Ἀφρικῆς, τῆς Κούβας καὶ τῆς νοτίου Ἀμερικῆς. Ἡ κατασκευὴ τῶν διαφόρων ποιοτήτων τοῦ χάλυβος ἀπαιτεῖ ἀνάμιξιν καὶ ἄλλων μετάλλων εἰς μικρὰν ποσότητα, ὡς εἶναι τὸ χρώμιον, τὸ νικέλιον κλπ. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἡ βιομηχανία τοῦ χάλυβος ἐπηρεάζεται ἐκ τῆς παραγωγῆς τῶν μετάλλων τούτων. Ἐκτὸς τοῦ σιδήρου, ἄλλα μεταλλεύματα σπουδαίας σημασίας διὰ τὴν βιομηχανίαν εἶναι τοῦ χαλκοῦ (Ἡνωμ. Πολ. Ἀμερικῆς, Χιλή, Καναδᾶς), τοῦ μολύβδου (Ἡνωμ. Πολ. Ἀμερικῆς, Μεξικόν, Αὐστραλία), τοῦ ψευδαργύρου (Ἡν. Πολ. Ἀμερικῆς, Αὐστραλία, Καναδᾶς), τοῦ βωξίτου (Γαλλία, Οὑγγαρία, Γιουγκοσλαβία), τοῦ κασσιτέρου (Μαλαισία, Ἰνδονησία, Βολιβία), τοῦ νικελίου (Καναδᾶς), τοῦ χρωμίου (Ν. Ἀφρική, Τουρκία, Ῥωσσία), τοῦ μαγγανίου (Ῥωσσία, Ἰνδίαι, Ν. Ἀφρική), τοῦ ὑδραργύρου (Ἰταλία, Ἱσπανία, Ἡνωμ. Πολ. Ἀμερικῆς).

Τὰ πολύτιμα μέταλλα καὶ οἱ πολύτιμοι λίθοι . Εἰς ταῦτα ἀνήκουσιν ὁ χρυσός, ὁ λευκόχρυσος καὶ ὁ ἄργυρος. Ὁ χρυσὸς χρησιμοποιεῖται εἰς τὴν κατασκευὴν νομισμάτων καὶ κοσμημάτων. Ἡ ἀξία τοῦ χαρτονομίσματος ἑκάστης χώρας ἐξαρτᾶται κυρίως ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ χρυσοῦ, τὸν ὁποῖον αὕτη διαθέτει. Σπουδαιότεραι χῶραι ἐξαγωγῆς χρυσοῦ καὶ λευκοχρύσου εἶναι ἡ νότιος Ἀφρική, ἡ Ῥωσσία, ὁ Καναδᾶς, αἱ Ἡνωμ. Πολιτεῖαι τῆς Ἀμερικῆς καὶ ἡ Αὐστραλία.
Ἐκ τῶν πολυτίμων λίθων σπουδαιότερος εἶναι ὁ ἀδάμας, ὅστις ἐξάγεται κυρίως ἐκ τῶν ἀδαμαντωρυχείων τῆς νοτίου καὶ κεντρικῆς Ἀφρικῆς. Εἰς τὸ ἐμπόριον ὅμως τῶν πολυτίμων λίθων ἔρχονται καὶ οἱ τεχνητοὶ τοιοῦτοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι πολὺ εὐθηνότεροι τῶν φυσικῶν.
Ἡ Βιομηχανία.
Ἡ βιομηχανία εἶναι ὁ κλάδος τῆς οἰκονομίας, ὁ περιλαμβάνων τὴν διὰ μηχανῶν ἐπεξεργασίαν τῶν πρώτων ὑλῶν τῶν λαμβανομένων ἐκ τοῦ φυτικοῦ καὶ ζωϊκοῦ βασιλείου ὡς καὶ ἐκ τῶν ὀρυκτῶν. Ἀπὸ ἀπόψεως χρηματικῆς ἀξίας, τὰ προϊόντα τῆς βιομηχανίας εἶναι ἀνώτερα τῶν προϊόντων οἱασδήποτε ἄλλης μορφῆς τῆς οἰκονομίας (γεωργικῆς, δασικῆς κλπ.). Ἡ βιομηχανία, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν γεωργικὴν οἰκονομίαν, ἔχει τὴν τάσιν νὰ συγκεντροῦται εἰς ὅσον τὸ δυνατὸν μικροτέραν περιοχήν.
Ἡ βιομηχανία χρησιμοποιεῖ ποικίλας πρώτας ὕλας διὰ τήν παραγωγὴν ἡμιετοίμων ἢ ἑτοίμων εἰδῶν. Ἡμιέτοιμα εἴδη εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα χρήζουσι περαιτέρω ἐπεξεργασίας, ἵνα δώσωσιν εἴδη δυνάμενα νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ἀμέσως ὑπὸ τῶν ἀγοραστῶν διὰ τὰς ἀνάγκας των. Ἐνδεικτικῶς ἀναφέρομεν ὡς ἡμιέτοιμον εἶδος τὰ διάφορα νήματα καὶ τὸν πολτὸν τοῦ χάρτου (χαρτόμαζαν). Ὡς ἕτοιμον εἶδος ἀναφέρομεν τὰ ὑφάσματα, τὸν χάρτην, τὰ φάρμακα, τὰ λιπάσματα, τὰ ἐργαλεῖα κλπ.

Ἡ ἐνέργεια. Ὁ ἄνθραξ, τὸ πετρέλαιον, τὰ ξύλα καὶ ἡ πτῶσις τῶν ὑδάτων παρέχουσι τὴν ἐνέργειαν, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ βιομηχανία. Αἱ συγκοινωνίαι, ὁ φωτισμὸς καὶ ἡ θέρμανσις ἐξαρτῶνται ἐπίσης ἐκ τῆς διατιθεμένης ἐνεργείας. Ἡ ἀτομικὴ ἐνέργεια δὲν ἔχει ἀκόμη τεθῆ εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἀνθρώπου εἰς εὐρεῖαν κλίμακα. Ἡ ἠλεκτρικὴ ἐνέργεια παρουσιάζει πλεονεκτήματα ἔναντι τῶν ἄλλων μορφῶν ἐνεργείας καὶ γίνεται ὁσημέραι ἀπαραίτητος εἰς τὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου. Εὐθηνὸν ἠλεκτρικὸν ῥεῦμα ὑποβοηθεῖ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας. Αἱ σπουδαιότεραι χῶραι παραγωγῆς ἠλεκτρικῆς ἐνεργείας ἐκ τῆς πτώσεως τῶν ὑδάτων εἶναι αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι τῆς Ἀμερικῆς, ὁ Καναδᾶς, ἡ Ἰαπωνία, ἡ Ῥωσσία, ἡ Ἰταλία καὶ ἡ Ἑλβετία. Ἐλπίζεται ὅτι συντόμως θὰ λαμβάνεται εὐθηνὸν ἠλεκτρικὸν ῥεῦμα ἐκ τῆς ἀτομικῆς ἐνεργείας .
Ἡ παραγωγὴ ἐνεργείας χωρῶν τινων ἐκπεφρασμένη εἰς ἑκατομμ. μετρικῶν τόννων γαιάνθρακος.
| Χῶραι | 1957 | 1958 | 1959 |
| Βέλγιον Γαλλία Γερμανία Δυτικὴ Γιουγκοσλαβία Δανία Ἑλλὰς Ἡνωμ. Βασίλειον (Ἀγγλία) Ἡνωμ. Πολιτεῖαι Ἀμερικῆς Ἰταλία Τουρκία Φινλανδία | 29 64 172 11 0,85 0,55 228 1367 14 5,21 0,81 | 27 66 171 11 0,81 0,65 220 1274 15 5,39 0,86 | 23 69 164 13 0,76 0,86 210 1333 17 5,28 0,68 |
Ἡ ἠλεκτρικὴ ἐνέργεια.
Παραγωγὴ ἠλεκ. ῥεύματος εἰς ἑκατομμύρια ὡριαίων Κιλοβὰτ (KWH)
| Χῶραι | 1938 | 1957 | 1958 | 1959 |
| Αὐστρία Γαλλία Γερμανία Γιουγκοσλαβία Ἑλλὰς Ἡνωμένον Βασίλειον Ἡν. Πολιτ. Ἀμερικῆς Ἰαπωνία Ἰταλία Παγκόσμιος ἐκτὸς Ῥωσσ. Τουρκία Φινλανδία | 2994 20696 55333 1090 427 25708 141955 32676 - 419600 312 3110 | 12463 57433 91773 6250 1627 105592 716000 81200 42800 1802900 2057 7700 | 13559 61600 95270 7400 1768 113315 7250000 85400 45500 1906400 2304 7900 | 15105 64500 103213 8100 1962 121000 795000 99000 49000 2096200 2550 7740 |
Ἡ βαρεῖα βιομηχανία . Ὑπὸ τὸ ὄνομα βαρεῖα βιομηχανία νοεῖται ἡ βιομηχανία τοῦ σιδήρου (μεταλλουργία τούτου, χυτήρια, ἐπεξεργασία, κατασκευὴ μηχανημάτων καὶ ἐργαλείων). Αὕτη συνδυάζεται πάντοτε μετ’ ἄλλων κλάδων βιομηχανίας, ὡς εἶναι ἡ λῆψις ἄλλων μετάλλων ἐκ τῶν συναφῶν μεταλλευμάτων, ἡ ὑφαντουργία, ἡ ὑαλουργία, ἡ παρασκευὴ λιπασμάτων καὶ ἡ χημικὴ βιομηχανία ἐν γένει, διότι οὗτοι χρησιμοποιοῦσι παντὸς εἴδους σιδηρᾶ μηχανήματα. Ἐπειδή, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, αἱ δύο πρῶται ὗλαι διὰ τὴν βαρεῖαν βιομηχανίαν, ὁ λιθάνθραξ καὶ τὸ σιδηρομετάλλευμα, δὲν εὑρίσκονται εἰς τὰς αὐτὰς περιοχάς, ἠναγκάσθη ἡ βιομηχανία αὕτη νὰ ἐνεργῇ μεγάλας μεταφοράς, ἰδίως δι’ ἀτμοπλοίων, εἴτε τοῦ ἄνθρακος εἴτε τοῦ σιδηρομεταλλεύματος. Περισσότερον τῶν 50% τῶν μεταφορῶν τοῦ διεθνοῦς ἐμπορίου ἀνήκει εἰς τὰς μεταφορὰς τὰς συναφεῖς πρὸς τὴν βαρεῖαν βιομηχανίαν. Ἐνταῦθα δέον νὰ σημειωθῇ ὅτι ἡ παραγωγὴ χάλυβος (ἐκ τοῦ ἀκατεργάστου σιδήρου, τοῦ χυτοσιδήρου) δὲν ἱκανοποιεῖ μόνον τὰς γεωργικάς, ναυπηγικὰς, καὶ πάσης φύσεως δι’ εἰρηνικοὺς σκοποὺς μηχανικὰς ἀνάγκας ἑνὸς μεγάλου κράτους, ἀλλὰ ἀποτελεῖ καὶ στοιχεῖον ἰσχύος αὐτοῦ, διότι τὸ μέταλλον τοῦτο εἶναι ἀπαραίτητον διὰ πᾶσαν κατασκευὴν ἀεροπλάνου, αὐτοκινήτου, πλοίου, πυραύλου, τηλεβόλου κλπ.

Ἡ ὑφαντουργία . Αὕτη καλύπτει τὰς εἰς ἐνδύματα ἀνάγκας τοῦ ἀνθρώπου, αἱ ὁποῖαι εἰς τὴν εὔκρατον ζώνην εἶναι πολὺ μεγάλαι. Ὡς πρώτη ὕλη χρησιμοποιεῖται ὑπ’ αὐτῆς τὸ ἔριον τῶν ζῴων, ἶνες φυτῶν καὶ ἶνες παρασκευαζόμεναι ὑπὸ τῆς χημικῆς βιομηχανίας. Ἡ κλῶσις, ἡ ὕφανσις, ἡ πλέξις καὶ ἡ πίλησις εἶναι εὔκολοι σχετικῶς ἐπαγγελματικαὶ ἐνασχολήσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἀπὸ παλαιοτάτων χρόνων ἐπεδίδοντο αἱ γυναῖκες κατ’ οἶκον, καὶ δὲν ἀπαιτοῦσι μακρὰν τεχνικὴν ἐκπαίδευσιν. Αἱ μακρόινοι πρῶται ὑφαντικαὶ ὗλαι, ὡς τὸ λίνον, ἡ κάνναβις, τὸ ἔριον καὶ ἡ μέταξα, αἱ ὁποῖαι μέχρι τοῦ 18ου αἰῶνος κατανηλίσκοντο κυρίως ὑπὸ τῆς ὑφαντουργίας, παρεχώρησαν τὴν θέσιν των ἀπὸ τοῦ αἰῶνος τούτου εἰς τὰς βραχυΐνους, ἀλλὰ εὐθηνῶς ὑπὸ τῶν κλωστικῶν καὶ ὑφαντικῶν μηχανῶν ἐπεξεργαζομένας ἶνας τοῦ βάμβακος (αἱ πρῶται κλωστικαὶ ἐπενοήθησαν τῷ 1769, αἱ δὲ ὑφαντικαὶ τῷ 1786). Συνήθως κατὰ τὴν σημερινὴν ἐποχὴν ἀναμιγνύονται μετὰ τοῦ βάμβακος (ὡς καὶ μετὰ τοῦ ἐρίου) τεχνηταὶ ὑφαντικαὶ ὗλαι εἰς ποικίλον ποσοστόν.

Ἡ συγκοινωνία ἐκπληροῖ τοὺς ἑξῆς σκοπούς: μεταφέρει ἀνθρώπους, οἰκονομικὰ ἀγαθὰ καὶ ἐν γένει ἀντικείμενα παντὸς εἴδους καὶ διαβιβάζει εἰδήσεις. Συνδέει τοὺς τόπους τῆς παραγωγῆς μὲ τοὺς τόπους τῆς καταναλώσεως. Τὰ μεταφορικὰ μέσα εἶναι ποικίλα καὶ ἀνάλογα πρὸς τὸν βαθμὸν τοῦ πολιτισμοῦ ἑκάστου κράτους καὶ τὴν μορφολογίαν τοῦ ἐδάφους αὐτοῦ. Ὡς τοιαῦτα χρησιμοποιοῦνται ζῷα, ἁμάξια κινούμενα ὑπὸ ζῴων ἢ ἀνθρώπων (ἰδίως εἰς τὴν Κίναν ὑπὸ τῶν καλουμένων κοῦλις), ἅμαξαι κινούμεναι ὑπὸ ζῴων, αὐτοκίνητα, σιδηρόδρομοι, πλοῖα παντὸς εἴδους καὶ ἀεροπλάνα. Διὰ τὴν μετάδοσιν τῶν εἰδήσεων χρησιμοποιεῖται, ἐκτὸς τῶν ἄλλων συνήθων μεταφορικῶν μέσων (ταχυδρομεῖον, ἐνσύρματος καὶ ἀσύρματος τηλέγραφος), τὸ τηλέφωνον, τὸ ῥαδιόφωνον, ἡ τηλεόρασις. Ὁ κινηματογράφος, ναὶ μὲν δὲν εἶναι καθ’ αὑτὸ μέσον διαβιβάσεως εἰδήσεων ὡς τὰ συνήθη μέσα, ἐν τούτοις ὅμως φέρει εἰς ἐπικοινωνίαν τοὺς διαφόρους λαοὺς καὶ συνεπῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρήσωμεν καὶ τοῦτον ὡς μέσον ἐπικοινωνίας τῶν ἀνθρώπων, ὑπὸ τὴν εὐρεῖαν σημασίαν τοῦ ὅρου ἐπικοινωνία. Τὸ δίκτυον τῶν ὁδικῶν, σιδηροδρομικῶν, ναυτιλιακῶν καὶ ἀεροπορικῶν συγκοινωνιῶν ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ πληθυσμοῦ μιᾶς χώρας, τῆς ἐκτάσεως καὶ τῆς ἐδαφικῆς μορφολογίας αὐτῆς καὶ ἐκ τῆς ἀναπτύξεώς της. Αἱ συγκοινωνιακαὶ κατασκευαὶ χαρακτηρίζουσι τὴν ὄψιν παντὸς οἰκονομικοῦ χώρου. Μεγάλοι, εὐθεῖς ἢ μὲ καμπύλας ἢ ἑλικοειδεῖς δρόμοι μὲ τὰ ἀναλήμματά των καὶ τὰς γεφύρας των, μὲ τὰς ἀνόδους καὶ καθόδους εἰς λόφους καὶ ὄρη, σιδηροδρομικαὶ γραμμαὶ εὐθύγραμμοι ἢ ὀφιοειδεῖς εἰς τὰς πεδιάδας ἢ τὰς προσβάσεις τῶν ὀρέων, μὲ τὰς γεφύρας των καὶ τοὺς σιδηροδρομικοὺς σταθμούς των, μικροὺς ἢ μεγάλους, διατέμνουσι τὴν ξηρὰν καὶ συμπληροῦσι τὸ τοπικὸν χρῶμα αὐτῆς. Οἱ καλοὶ καὶ εὐρεῖς ἀσφαλτοστρωμένοι δρόμοι τῆς συγχρόνου ἐποχῆς ἐπιτρέπουσι μεγαλυτέραν ταχύτητα τῶν ὀχημάτων καὶ διευκολύνουσι πολὺ τὰς μεταφοράς. Προσοδοφόρος καὶ ἀνεπτυγμένη περιήγησις (κ. τουρισμὸς) δὲν εἶναι δυνατὴ ἄνευ καλῶν δρόμων. Μεγάλαι γέφυραι ἐπιτρέπουσι τὴν διάβασιν μεγάλων ποταμῶν καὶ καλύπτουσι τὰ χάσματα μεγάλων καὶ ἀποτόμων κοιλάδων. Ἡ αὔξησις τῶν μεταφορῶν δημιουργεῖ καὶ νέα συγκοινωνιακὰ προβλήματα, ἡ λύσις τῶν ὁποίων διευκολύνει τὴν ὁμαλὴν ἐξέλιξιν τῆς οἰκονομίας ἑνὸς τόπου. Διὰ πολλὰς περιπτώσεις ἡ ταχεῖα μεταφορὰ ἀνθρώπων καὶ ἐμπορευμάτων εἶναι ἀποφασιστικῆς σημασίας (μεταφορὰ ἀσθενῶν ἐκ κωμοπόλεων εἰς μεγάλα νοσηλευτικὰ κέντρα, μεταφορὰ νωπῶν λαχανικῶν ἐκ τῶν ἀγροκήπων εἰς τὰ κέντρα καταναλώσεως ἄνευ φθορᾶς κλπ.). Πάντοτε καταβάλλεται προσπάθεια, ὅπως ἡ συγκοινωνιακὴ πολιτικὴ ἑκάστου κράτους εἶναι τοιαύτη, ὥστε ὅλα τὰ μέσα τῶν μεταφορῶν νὰ ἐναρμονίζωνται μεταξύ των καὶ οὕτω ἡ οἰκονομία τοῦ τόπου νὰ ἔχῃ τὴν μεγαλυτέραν δυνατὴν ὠφέλειαν. Τὸ ἀεροπλάνον ἔχει φέρει τοὺς διαφόρους λαοὺς τῆς ὑδρογείου πολὺ πλησίον ἀλλήλων καὶ ἔχει μεταβάλει ἐπὶ τὸ ταχύτερον τὸν ῥυθμὸν τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς.
Αἱ μεταφοραὶ γενικῶς. Παρὰ τὴν ἁλματώδη ἀνάπτυξιν τῶν διὰ ξηρᾶς καὶ ἀέρος μεταφορῶν, ἡ θάλασσα ἐξακολουθεῖ νὰ κατέχῃ τὰ πρωτεῖα τούτων ἀπὸ ἐπόψεως εὐθηνίας τῶν μεταφορῶν καὶ ποσότητος τῶν μεταφερομένων ἐμπορευμάτων. Τὰ 4/5 τῶν συνολικῶν μεταφορῶν τοῦ κόσμου ἐνεργοῦνται διὰ θαλάσσης. Τὸ μέγεθος τῶν πλοίων παρακολουθεῖ πάντοτε τὴν ἐξέλιξιν τῆς τεχνικῆς ἀναπτύξεως. Αἱ ταχύτητες τῶν ἀτμοπλοίων ἔχουσι πολὺ βελτιωθῆ. Ἐν ᾧ ὁ Κολόμβος διέπλευσε τὸν Ἀτλαντικὸν ὠκεανὸν ἐντὸς 70 ἡμερῶν, καὶ τὸ πρῶτον ἀτμόπλοιον Σαβάννα ἀπὸ Σαβάννας εἰς Λίβερπουλ, κατὰ τὸ 1819, ἐντὸς 26 ἡμερῶν, τὰ σημερινὰ ταχέα ἀτμόπλοια διανύουσι τὴν αὐτὴν ἀπόστασιν ἐντὸς 5-6 ἡμερῶν. Τὸ ποσὸν τῶν διὰ θαλάσσης μεταφερομένων ἐτησίως ἐμπορευμάτων εἶναι ἤδη διπλάσιον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον μετεφέρετο κατὰ τὸ 1914.
Τὸ μέγεθος τῶν θαλασσίων μεταφορῶν μιᾶς χώρας ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς πυκνότητος τοῦ πληθυσμοῦ, ἐκ τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου αὐτοῦ καὶ ἐκ τῆς βιομηχανικῆς του ἀναπτύξεως. Διὰ τοῦ Ἀτλαντικοῦ ὠκεανοῦ διεξάγεται τὸ ἥμισυ περίπου τῶν παγκοσμίων θαλασσίων μεταφορῶν. Εἰς τοὺς λιμένας τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης καταλήγουσι 3 μεγάλαι θαλάσσιαι ἀρτηρίαι: ἡ διερχομένη διὰ τοῦ Σουὲζ καὶ τῆς Μεσογείου θαλάσσης, ἡ διὰ τῆς Δυτικῆς Ἀφρικῆς καὶ ἡ διὰ τῆς Ἀνατολικῆς Ἀμερικῆς καὶ τοῦ Καναδᾶ.
Τὸ μέγεθος τῶν ἀεροπορικῶν μεταφορῶν σὺν τῷ χρόνῳ γίνεται διαρκῶς μεγαλύτερον. Οὕτω, ἐν ᾧ κατὰ τὸ 1947 μετεφέρθησαν δι’ ἀεροπλάνου 21 ἑκατομμύρια πρόσωπα, κατὰ τὸ 1953 μετεφέρθησαν 52 ἑκατομμύρια. Ἡ ἐτησία ἀεροπορικὴ αὔξησις τῶν μεταφορῶν προσώπων ἀνέρχεται κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εἰς 10% ἐπὶ ἑκάστης προηγουμένης ἐτησίας μεταφορᾶς. Κατὰ το 1953 διέπτησαν τὸν Ἀτλαντικὸν 500.000 πρόσωπα εἰς 14.000 ἀεροπορικὰς πτήσεις, ἐν ᾧ κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον διέπλευσαν τοῦτον δι’ ἀτμοπλοίων 700.000. Ἐμπορεύματα μεγάλης ἀξίας καὶ μικροῦ βάρους μεταφέρονται κατὰ προτίμησιν ἀεροπορικῶς, ἐφ’ ὅσον εἰδικαὶ συνθῆκαι καταναλώσεως ἀπαιτοῦσι τοῦτο (π.χ. φάρμακα, ἰατρικὰ εἴδη, ἄνθη, ἐφημερίδες, ἐπιστολαὶ κλπ.). Ἡ οἰκονομικὴ ἀνάπτυξις τῆς Ν. Ἀμερικῆς, τῆς Ἀφρικῆς καὶ τῆς Αὐστραλίας ὀφείλει πολλὰ εἰς τὰς ἀεροπορικὰς συγκοινωνίας, αἵτινες καθιστῶσι προσιτὴν τὴν ἐπικοινωνίαν τοῦ ἐσωτερικοῦ τῶν χωρῶν τούτων πρὸς τοὺς λιμένας αὐτῶν. Ἡ διάπτησις ὑπὲρ τὰς ἐρήμους καὶ τοὺς μεγάλους ὀρεινοὺς ὄγκους διευκολύνει τὰ μέγιστα τὰς συγκοινωνίας τῶν ἠπείρων τούτων.
Ἡ ἐσωτερικὴ ναυτιλία ἐπηρεάζεται ἐκ τῆς στάθμης τῶν ὑδάτων καὶ ἐκ τῆς τυχὸν πήξεως αὐτῶν. Οἱ πλωτοὶ ποταμοὶ, ὅπου εἶναι δυνατόν, συνδέονται διὰ διωρύχων. Εἰς περιπτώσεις καθ’ ἃς ἡ στάθμη τῶν ποταμῶν τούτων δὲν εἶναι ἡ αὐτή, κατασκευάζονται κατάλληλοι ὑδατοφράκται, δι’ ὧν ἐπιτυγχάνεται ἡ σύνδεσις. Πολλαὶ διώρυχες συν δέουσαι ποταμοὺς ὑπάρχουσιν εἰς τὴν Ὁλλανδίαν, τὴν Γερμανίαν, Γαλλίαν, Ἀγγλίαν, Ἡνωμ. Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς καὶ Ῥωσσίαν. Αἱ μεταφοραὶ διὰ τῶν πλωτῶν ποταμῶν καὶ τῶν διωρύχων εἶναι πολὺ εὐθηνότεραι τῶν λοιπῶν θαλασσίων μεταφορῶν, ἀπαιτοῦσιν ὅμως πολὺ περισσότερον χρόνον. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου μεταφέρονται ἐκεῖ ἐμπορεύματα εὐθηνά, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἐπέρχεται βλάβη, ὅταν ἡ μεταφορά των καθυστερήσῃ κατὰ λογικόν τι χρονικὸν διάστημα.
Ὁ σιδηρόδρομος ἀποτελεῖ ἀκόμη τὸ σπουδαιότερον μεταφορικὸν μέσον ἐπὶ τῆς ξηρᾶς. Τὸ συνολικὸν μῆκος τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν τῆς γῆς ἀνήρχετο τὸ 1850 εἰς 38.000 χιλιόμ, τὸ 1860 εἰς 107.000, τὸ 1885 εἰς 487.000, τὸ 1900 εἰς 800.000, τὸ 1913 εἰς 1.100.000, τὸ 1930 εἰς 1.280.000 χιλιόμ. Ἐκ τοῦ τελευταίου τούτου μήκους τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν ἀντιστοιχοῦσι 34% εἰς τὴν Β. Ἀμερικήν, 26% εἰς τὴν Εὐρώπην, 9% εἰς τὴν Σοβιετικὴν Ῥωσσίαν, τὸ δὲ ὑπόλοιπον εἰς τὰς λοιπὰς χώρας.
Αἱ μεταφοραὶ ἐμπορευμάτων διὰ φορτηγῶν αὐτοκινήτων συναγωνίζονται τὰς σιδηροδρομικὰς μεταφοράς. Εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς 12% τῶν συνολικῶν μεταφορῶν τοῦ ἐσωτερικοῦ διενεργοῦνται δι’ αὐτοκινήτων. Αἱ ἐπιμηκέστεραι σιδηροδρομικαὶ γραμμαὶ τοῦ κόσμου εἶναι: Ὁ ὑπερσιβηρικὸς ἔχων μῆκος 10.000 χιλιόμ., πέντε ἀμερικανικαὶ γραμμαὶ συνδέουσαι τὸν Ἀτλαντικὸν ὠκεανὸν καὶ ἔχουσαι ἑκάστη μῆκος 4.500 χιλιόμ., ἡ ὑπὲρ τὰς Ἄνδεις γραμμή, ἡ συνδέουσα τὸ Μπουένος Ἄυρες πρὸς τὸ Βαλπαραῖζο, μήκους 1500 χιλιόμ, καὶ ὁ ὑπεραυστραλιακὸς σιδηρόδρομος, ἔχων μῆκος περίπου 3000 χιλιόμ. Ἤδη εὑρίσκονται ὑπὸ κατασκευὴν μεγάλαι σιδηροδρομικαὶ γραμμαὶ εἰς τὴν Σιβηρίαν, τὴν Αὐστραλίαν, τὴν Κίναν, τὴν Νότιον Ἀμερικὴν καὶ τὴν Ἀλάσκαν. Παρὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν δι’ αὐτοκινήτου καὶ ἀεροπλάνων μεταφορῶν, ὁ σιδηρόδρομος θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ πολὺ ἀκόμη νὰ κατέχῃ τὰ σκῆπτρα τῶν ἠπειρωτικῶν μεταφορῶν, διότι παρουσιάζει μεγάλην ἀσφάλειαν καὶ αἱ δι’ αὐτοῦ μεταφοραὶ δὲν ἐπηρεάζονται ἐκ τῶν καιρικῶν μεταβολῶν.
Αἱ μεγάλαι ὁδοὶ τῆς παγκοσμίου συγκοινωνίας.
Αὗται διακρίνονται εἰς σιδηροδρομικάς, ὁδικάς, ποταμίας, θαλασσίας καὶ ἐναερίους .
1. Σιδηροδρομικαί. Εἰς τὴν Βόρειον Ἀμερικὴν σπουδαιότεραι σιδηροδρομικαὶ γραμμαὶ ἐκ τοῦ Ἀτλαντικοῦ πρὸς τὸν Εἰρηνικὸν ὠκεανὸν εἶναι: 1) Χάλιφαξ-Μόντρεαλ-Γούνιπεκ-Βανκοῦβερ (Καναδᾶς). 2) Νέα Ὑόρκη-Ντητρόιτ-Σικάγον-Σηάτλ. 3) Νέα Ὑόρκη-Ἅγιος Φραγκίσκος ἢ Λὸς Ἄντζελες. (Ἡνωμ. Πολιτεῖαι). Ἑκάστη τῶν τριῶν ἀνωτέρω σιδηροδρομικῶν γραμμῶν ἔχει μῆκος περίπου 4.500 χιλιόμ.Εἰς τὴν Εὐρώπην σπουδαία σιδηροδρομικὴ γραμμὴ εἶναι ἡ συνδέουσα τοὺς Παρισίους, τὸ Βερολῖνον, τὴν Μόσχαν καὶ τὸ Βλαδιβοστὸκ (Ὑπερσιβηρικὸς σιδηρόδρομος), μήκους περίπου 10.000 χιλιόμ.. Ἄλλαι σημαντικαὶ σιδηροδρομικαὶ γραμμαὶ εἶναι: 1) Παρίσιοι-Μόναχον-Βελιγράδιον-Κωνσταντινούπολις. 2) Ῥώμη-Βολωνία-Βερολῖνον. 3) Βερολῖνον-Πράγα-Βουδαπέστη-Βελιγράδιον-Ἀθῆναι. 4) Ἀθῆναι-Βελιγράδιον-Μόναχον-Παρίσιοι (ἢ Μόναχον-Δουνκέρκη-πρὸς Λονδῖνον). Ἐκ τῆς Εὐρώπης πρὸς Ἀσίαν καὶ Ἀφρικήν: 1) Κωνσταντινούπολις-Βηρυττὸς-Κάιρον. 2) Κωνσταντινούπολις-Βαγδάτη. Εἰς τὴν Ἀσίαν αἱ σπουδαιότεραι σιδηροδρομικαὶ γραμμαὶ διεθνοῦς σημασίας εἶναι: 1) Πεκῖνον-Καντών. 2) Καλκούτα-Δελχὶ-Καρατσί. 3) Καλκούτα-Βομβάη. Εἰς τὴν Αὐστραλίαν: Ἀδελαῒς-Μελβούρνη-Σίδνεϋ. Εἰς τὴν Ἀφρικήν: 1) Ἀλεξάνδρεια-Κάιρον-Χαρτούμ. 2) Πόλις τοῦ Ἀκρωτηρίου-Γιοχάννεσμποὺργκ-Κατάγκα.
2. Ὁδικαὶ συγκοινωνίαι. Τὸ σπουδαιότερον δίκτυον ὁδικῶν συγκοινωνιῶν ὑπάρχει εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς. Αἱ ὁδοὶ ἀπὸ Νέας Ὑόρκης πρὸς Σικάγον-Ἅγιον Φραγκίσκον-Λὸς Ἄντζελες-Νέαν Ὀρλεάνην-Μαϊάμι-Μόντρεαλ ἐξυπηρετοῦσι σπουδαίως τὰς μεταφορὰς τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς καὶ τὸ διεθνὲς ἐμπόριον.


Εἰς τὴν Εὐρώπην δι’ ὁδικοῦ δικτύου συνδέονται ὅλαι σχεδὸν αἱ πρωτεύουσαι τῶν κρατῶν αὐτῆς. (Τὸ Λονδῖνον, τὸ Ὄσλο, ἡ Κοπεγχάγη καὶ ἡ Στοκχόλμη συνδέονται δι’ αὐτοκινήτου ἢ σιδηροδρόμου μέσῳ πορθμείων πρὸς τὴν Κεντρικὴν Εὐρώπην). Διὰ τῆς κατασκευαζομένης ὁδοῦ Θεσσαλονίκης-Γευγελῆς-Βελιγραδίου ἡ δι’ αὐτοκινήτου ἐπικοινωνία τῶν Ἀθηνῶν πρὸς τὴν λοιπὴν Εὐρώπην θὰ διευκολυνθῇ καὶ θὰ ἀποβῇ μεγάλης οἰκονομικῆς σημασίας. Τὸ ὁδικὸν δίκτυον τῶν λοιπῶν ἠπείρων (αὐτοκινητόδρομοι) εὑρίσκεται ὑπὸ βραδεῖαν ἀνάπτυξιν.
3. Ποτάμιαι συγκοινωνίαι. Εἰς τὴν βόρειον Ἀμερικὴν ὁ ποταμὸς τοῦ Ἁγίου Λαυρεντίου, αἱ παρ’ αὐτὸν λίμναι, ὁ Μισσισσιπῆς καὶ πλῆθος διωρύχων ἀποτελοῦσι σπουδαῖον μέσον διὰ τὰς μεταφορὰς τὰς ἐχούσας σχέσιν πρὸς τὸ ἐσωτερικὸν καὶ τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν. Εἰς τὴν νότιον Ἀμερικὴν ὁ Ἀμαζόνιος μετὰ τῶν παραποτάμων αὐτοῦ καὶ ὁ Ῥίο ντὲ-λὰ-Πλάτα, ἐπίσης μετὰ τῶν παραποτάμων του, ἀποτελοῦσι σπουδαῖα μέσα διὰ τὰς μεταφοράς. Εἰς τὴν Εὐρώπην ὁ Ῥῆνος, ὁ Βόλγας καὶ ὁ Δούναβις μετὰ πολλῶν διωρύχων, αἵτινες συνδέ ουσιν αὐτοὺς πρὸς μικροτέρους ποταμούς, ἀποτελοῦσι σπουδαῖα δίκτυα ἐμπορικῶν μεταφορῶν. Εἰς τὴν Κίναν ὁ Γιὰγκ-τσὲ-Κιὰγκ καὶ εἰς τὰς Ἰνδίας ὁ Γάγγης καὶ ὁ Ἰνδὸς μετὰ τῶν παραποτάμων αὐτῶν ἀποτελοῦσι σημαντικώτατα δίκτυα διὰ τὰς μεταφοράς. Εἰς τὴν Ἀφρικὴν ὁ Νεῖλος ποταμὸς ἐξυπηρετεῖ σπουδαίως τὸ ἐμπόριον τῆς Αἰγύπτου πρὸς τὸ Ἐξωτερικόν.

4. Θαλάσσιαι συγκοινωνίαι. Πυκνοτάτη θαλασσία ἐπικοινωνία ὑπάρχει μεταξὺ Εὐρώπης-Ἀμερικῆς διὰ τῶν λιμένων Λονδίνου, Λίβερπουλ, Γλασκώβης, Δουβλίνου, Χάβρης, Ἄμστερνταμ, Ῥότερνταμ, Βρέμης, Ἁμβούργου, Ὄσλο, Στοκχόλμης, Γενούης, Πειραιῶς, Χάλιφαξ, Νέας Ὑόρκης, Βοστώνης, Φιλαδελφείας, Βαλτιμόρης Νέας Ὀρλεάνης, Ῥίο ντὲ Ἰανέιρο, Μοντεβίντεο, Μπουένος Ἄυρες. Ἡ διῶρυξ τοῦ Παναμᾶ ἐξυπηρετεῖ σπουδαίως τὰς μεταφορὰς τῆς δυτικῆς Ἀμερικῆς καὶ τῆς ἀνατολικῆς Ἀσίας πρὸς τὴν Εὐρώπην καὶ τὴν Ἀφρικήν. Πυκνοτάτη ἐπίσης εἶναι ἡ θαλασσία ἐπικοινωνία τῆς Εὐρώπης πρὸς τὴν Ἀσίαν καὶ Ὠκεανίαν μέσῳ τῆς διώρυχος τοῦ Σουέζ. Ἡ διῶρυξ αὕτη ἀπέκτησε μεγίστην διεθνῆ σημασίαν, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἀνεπτύχθησαν αἱ περὶ τὸν Περσικὸν κόλπον πετρελαιοπηγαί. Τὸ Καράτσι, ἡ Βομβάη, τὸ Κολόμβο, ἡ Καλκούτα, ἡ Σιγκαπούρη, ἡ Τζιακάρτα, ἡ Καντών, ἡ Σαγκάη, τὸ Χονκόγκ, ἡ Μανίλλα, τὸ Τόκιο, ἡ Μελβούρνη, τὸ Σίδνεϋ εἶναι οἱ σπουδαιότεροι λιμένες τῆς Ἀσίας καὶ Ὠκεανίας, οἱ ἐξυπηρετοῦντες τὸ ἐμπόριον τούτων πρὸς τὴν Εὐρώπην καὶ Ἀμερικήν. Τὸ στενὸν τοῦ Γιβραλτάρ, ἡ διῶρυξ τοῦ Σουὲζ καὶ τὰ στενὰ τοῦ Ἑλλησπόντου εἶναι αἱ τρεῖς κλεῖδες τῆς θαλασσίας ἐπικοινωνίας τῶν περὶ τὴν Μεσόγειον θάλασσαν χωρῶν πρὸς τὰς λοιπὰς χώρας.
5. Ἐναέριοι συγκοινωνίαι. Ἡ ὁσημέραι ἐπιτυγχανομένη τελειοποίησις τοῦ ἀεροπλάνου συνεπιφέρει αὔξησιν τῶν ἐναερίων μεταφορῶν. Αὗται ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀπασχολοῦνται κυρίως μὲ τὴν μεταφορὰν ἐπιβατῶν καὶ ταχυδρομείου. Ἐκ τῶν ἐμπορευμάτων μεταφέρονται μικραὶ μόνον ποσότητες, διότι τὰ ἔξοδα μεταφορᾶς εἶναι πολὺ ἀκριβώτερα τῶν διενεργουμένων μεταφορῶν διὰ τῶν λοιπῶν μεταφορικῶν μέσων. Αἱ σπουδαιότεραι διεθνεῖς ἐναέριοι συγκοινωνίαι εἶναι αἱ ἑξῆς: Νέα Ὑόρκη-Λισσαβών, Ν. Ὑόρκη-Λονδῖνον, Ν. Ὑόρκη-Παρίσιοι. Χάλιφαξ-Λονδῖνον. Νέα Ὑόρκη-Δυτικὴ Νότιος Ἀμερικὴ μέχρι Σαντιάγου. Νέα Ὑόρκη-Ῥίον Ἰανέιρον-Μπουένος Ἄυρες. Λονδῖνον ἢ Παρίσιοι-Ντακὰρ-Νατάλ. Λονδῖνον ἢ Παρίσιοι-Μπουένος Ἄυρες. Λονδῖνον ἢ Παρίσιοι-Γενεύη-Ῥώμη-Ἀθῆναι-Κάιρον-Καρατσὶ-Καλκούτα-Σαϊγκὸν-Σίδνεϋ. Λονδῖνον ἢ Παρίσιοι-Ῥώμη-Ἀθῆναι-Κάιρον-Νότιος Ἀφρική. Λονδῖνον ἢ Παρίσιοι-Βερολῖνον-Μόσχα-Βλαδιβοστόκ.
6. Ἡ πνευματικὴ ἐπικοινωνία. Οἱ ἄνθρωποι μιᾶς ἐπικρατείας, ἐκτὸς τοῦ προφορικοῦ λόγου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπικοινωνοῦσι μεταξύ των, χρησιμοποιοῦσι διὰ τὴν πνευματικὴν αὐτῶν ἐπικοινωνίαν καὶ τὰς ἐφημερίδας, τὰ βιβλία, τὰς ἐπιστολάς, τὸ τηλέφωνον, τὸν τηλέγραφον, τὸ ῥαδιόφωνον καὶ τὴν τηλεόρασιν. Εἰς πολλὰ ἀκόμη κράτη δὲν ἔχει εἰσαχθῆ ἡ τηλεόρασις. Διὰ τῶν αὐτῶν ὡς ἄνω μέσων ἐπικοινωνοῦσιν οἱ ἄνθρωποι καὶ τῶν διαφόρων ἐπικρατειῶν. Ἡ βελτίωσις τῶν μέσων τῆς πνευματικῆς ἐπικοινωνίας μεταξὺ ἀνθρώπων διαφόρων ἐθνοτήτων εἶναι συντελεστικὴ τῆς προαγωγῆς τοῦ πνεύματος τῆς συνεργασίας μεταξὺ τούτων καὶ τῆς εὐημερίας τῆς ἀνθρωπότητος. Τὰ ἐκπαιδευτικὰ ἰδρύματα καὶ ἡ ὀργάνωσις διεθνῶν ἐπιστημονικῶν συνεδρίων συντελοῦσι σπουδαίως εἰς τὴν πνευματικὴν ἐπικοινωνίαν μεταξὺ τῶν διαφόρων λαῶν. Ὁ κινηματογράφος φέρει ἐπίσης εἰς γνωριμίαν μεταξύ των διαφόρους λαούς.
Αρχή ΚεφαλαίουὉ χῶρος εἰς τὸν ὁποῖον κατοικεῖ εἷς λαὸς δὲν παρέχει εἰς αὐτὸν ὅλα τὰ μέσα τῆς διαβιώσεώς του. Πάντοτε οἱ λαοὶ εἶχον καὶ ἔχουσιν ἀνάγκην, εἰς μικρὸν ἢ μεγαλύτερον βαθμόν, οἰκονομικῶν ἀγαθῶν παραγομένων ὑπὸ ἄλλων λαῶν. Ὅθεν ἐδημιουργήθη ἀπὸ τοὺς πρώτους χρόνους τοῦ πολιτισμοῦ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν προϊόντων μεταξὺ τῶν λαῶν, ὅπως τοῦτο ἐγίνετο μεταξὺ τῶν κατοίκων μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἐθνότητος, οἵτινες ἤσκουν διάφορα ἐπαγγέλματα. Μὲ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ πολιτισμοῦ ἡ ἀνταλλαγὴ τῶν οἰκονομικῶν ἀγαθῶν μεταξὺ τῶν λαῶν ἔγινε ζωηροτάτη. Οὐδεὶς λαὸς εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσῃ ἐν ἀπομονώσει στηριζόμενος μόνον εἰς τὰ μέσα διαβιώσεως, τὰ ὁποῖα παρέχει εἰς αὐτὸν ὁ τόπος ἔνθα οὗτος διαβιοῖ. Ἡ κοινωνικὴ λειτουργία τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν ἀγαθῶν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ὀνομάζεται ἐμπόριον. Τὸ ἐμπόριον διακρίνεται εἰς δύο εἴδη. Εἰς ἐσωτερικὸν καὶ εἰς ἐξωτερικόν. Τὸ ἐσωτερικὸν ἐμπόριον ἀσχολεῖται μὲ τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν προϊόντων μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἐπικρατείας, ἐν ᾧ τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον ὑποδιαιρεῖται εἰς εἰσαγωγικὸν καὶ εἰς ἐξαγωγικόν. Ὅταν μία χώρα κατορθώνῃ νὰ εἰσπράττῃ ἐκ τῶν πωλουμένων εἰς ἄλλους λαοὺς προϊόντων της τόσα χρήματα, ὅσα εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν προϊόντων τὰ ὁποῖα εἰσάγει αὕτη ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, λέγομεν ὅτι αὕτη ἔχει ἰσοζύγιον πληρωμῶν καὶ εὐημερεῖ οἰκονομικῶς. Ἀκόμη καλύτερον βεβαίως εἶναι ὅταν τὰ εἰσπραττόμενα χρήματα ἐκ τῶν ἐξαγωγῶν εἶναι περισσότερα τῶν δαπανωμένων διὰ τὰς εἰσαγωγάς. Τοῦτο παρατηρεῖται μόνον εἰς ὀλίγα κράτη (Βραζιλία, Γαλλία, Γερμανία, Ἡνωμέναι Πολ. τῆς Ἀμερικῆς, Φινλανδία). Τὰ κέντρα τοῦ διεθνοῦς ἐμπορίου τὰ διακρίνομεν εἰς ἠπειρωτικὰ καὶ παραθαλάσσια. Τὰ κυριώτερα τῶν ἠπειρωτικῶν εἶναι: ἡ Ῥώμη, Μιλᾶνον, Λυών, Παρίσιοι, Ζυρίχη, Μόναχον, Βρυξέλλαι, Μπίρμιγχαμ, Βερολῖνον, Λιψία, Βιέννη, Πράγα, Βαρσοβία, Μόσχα, Πεκῖνον, Κάιρον, Σικάγον, Ντητρόιτ, Γούνιπεκ. Τὰ κυριώτερα τῶν παραθαλασσίων κέντρων εἶναι: Νέα Ὑόρκη, Λὸς Ἄντζελες, Ἅγιος Φραγκίσκος καὶ οἱ μεγάλοι λιμένες τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς, ἐπὶ τοῦ Ἀτλαντικοῦ Ὠκεανοῦ, τὸ Μόντρεαλ, τὸ Λονδῖνον, τὸ Μπρίστολ, ἡ Γλασκώβη, τὸ Ἁμβοῦργον, ἡ Βρέμη, τὸ Ἄμστερνταμ, ἡ Χάβρη, ἡ Μασσαλία, ἡ Γένουα, ἡ Νεάπολις, ἡ Στοκχόλμη, ἡ Ὀδησσός, αἱ Ἀθῆναι, ἡ Ἀλεξάνδρεια, ἡ Βομβάη, ἡ Καλκούτα, τὸ Κολόμπο (Κεϋλάνη), ἡ Τζιακάρτα (Βαταβία), τὸ Τόκιο, τὸ Σίδνεϋ, ἡ Μελβούρνη, τὸ Ῥίον-Ἰανέιρον, τὸ Μπουένος Ἄυρες κλπ.

1. Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι τῆ Ἀμερικῆς.
Γεωργία-Κτηνοτροφία. Ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν Εὐρώπην, ὅπου αἱ διατιθέμεναι ὑφ’ ἑκάστου γεωργοῦ ἐκτάσεις διὰ τὴν καλλιέργειαν εἶναι μικραὶ (πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων), εἰς τὰς Ἡν. Πολ. τῆς Ἀμερικῆς αἱ ὑφ’ ἑκάστου ἀγρότου καλλιεργούμεναι εἶναι μεγάλαι. Εἰς πολλὰς ἐκ τῶν ἐκτάσεων τούτων καλλιεργεῖται μόνον ἓν εἶδος φυτοῦ (μονοκαλλι έργεια), ὅπου ὅμως καθίσταται τοῦτο δυνατόν, τῇ βοηθείᾳ λιπασμάτων, καλλιεργοῦνται περισσότερα εἴδη. Ἡ αὔξησις τῆς θερμοκρασίας ἡ σημειουμένη ἀπὸ Β πρὸς Ν., ἡ μείωσις τῶν βροχοπτώσεων ἀπὸ ἀνατολῶν πρὸς δυσμὰς καὶ ἡ θέσις τῶν μεγάλων καταναλωτικῶν κέντρων τῆς χώρας εἰς τὰ βορειοανατολικὰ αὐτῆς καθορίζουσι τὴν γεωργικὴν διάρθρωσιν τῶν Ἡν. Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ 50 περίπου ἐτῶν ἀπέβησαν τὸ κέντρον παραγωγῆς τῶν δημητριακῶν καὶ τῆς κτηνοτροφίας τοῦ κόσμου. Τὸ ἥμισυ τῆς παγκοσμίου παραγωγῆς ἀραβοσίτου συγκομίζεται δυτικῶς τῶν Ἀππαλαχίων ὀρέων καὶ διατίθεται ὁλόκληρον σχεδὸν διὰ τὴν κτηνοτροφίαν. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου εὑρίσκονται ἐκεῖ αἱ μεγάλαι ἀγοραὶ ζῴων, μεγάλα σφαγεῖα καὶ ἐργοστάσια ἐπεξεργασίας κρέατος. Αἱ τέσσαρες μεγαλύτεραι συναφεῖς ἐπιχειρήσεις τοῦ Σικάγου ἐπεξεργάζονται ἡμερησίως 20.000 χοίρους, 20.000 πρόβατα καὶ 7.000 βοῦς. Τὰ ζῷα ταῦτα προέρχονται κατὰ μέγα μέρος ἐκ τῶν μεγάλων λειμώνων τῆς χώρας καὶ μεταφέρονται εἰς Σικάγον διὰ τοῦ πυκνοῦ πρὸς τὰ ἐκεῖ συγκλίνοντος σιδηροδρομικοῦ δικτύου.
Πρὸς τὰ νότια μέρη τῆς χώρας ἐκτείνεται ἡ εὐρεῖα ζώνη καλλιεργείας τοῦ βάμβακος. Σχεδὸν τὸ ἥμισυ τῆς παγκοσμίου παραγωγῆς προέρχεται ἐκ τῶν Πολιτειῶν Τέξας, Μισσισσιπῆ, Γεωργίας καὶ Ἀλαμπάμας. Πρὸς τὰ βορειοανατολικὰ τῆς περιοχῆς ταύτης, εἰς τὰς Πολιτείας Βιργινίαν, Κέντακυ καὶ Καρολίναν, κεῖνται ἐκτεταμέναι φυτεῖαι καπνοῦ, αἵτινες παράγουσι τὸ 1/3 τῆς παγκοσμίου παραγωγῆς τούτου. Περὶ τὸν Μισσισσιπῆν καὶ εἰς τὸ δέλτα αὐτοῦ καλλιεργεῖται ἡ ὄρυζα καὶ τὸ σακχαροκάλαμον.
Νοτίως τῆς 40°
Γενικῶς τὰ ἀγροκτήματα καὶ αἱ μεγάλαι φυτεῖαι τῶν Ἡνωμ.Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς καλλιεργοῦνται ἐπὶ τῇ βάσει ἐπιστημονικῶν μεθόδων καὶ παρέχουσι τὸ μέγιστον τῆς ἀποδόσεως. Ἐνίοτε ὅμως ἡ ζήτησις τῶν προϊόντων εἶναι μικροτέρα τῆς παραγωγῆς. Τότε αἱ τιμαὶ πίπτουσι καὶ ἐπέρχονται μεγάλαι ζημίαι. Πρὸς ἀποτροπὴν τοῦτων τὸ Κράτος ἐπεμβαίνει συμβουλευτικῶς, ὑποδεικνύον διάφορα εὐεργετικὰ διὰ τὴν γεωργίαν καὶ τὴν κτηνοτροφίαν μέτρα. Ἡ ἐντατικὴ καλλιέργεια τοῦ ἐδάφους προκαλεῖ ἐξάντλησιν τῶν θρεπτικῶν οὐσιῶν αὐτοῦ καὶ κινδύνους ἀχρηστεύσεώς του ἐπὶ πολλὰ ἔτη. Καὶ ἐνταῦθα ἐπεμβαίνει τὸ κράτος διὰ τῶν συμβουλῶν καὶ ὑποδείξεών του πρὸς τοὺς ἀγρότας, ὥστε τοιοῦτοι κίνδυνοι νὰ ἀποτρέπωνται ἐγκαίρως. Ὑπόδειγμα κρατικῆς ἐπεμβάσεως εἰς τὴν γεωργικὴν καὶ κτηνοτροφικὴν παραγωγὴν ἀποτελεῖ ἡ ὀργάνωσις τοῦ παρὰ τὸν ποταμὸν Τεννεσῆ, ἐν τῇ Πολιτείᾳ Τεννεσῆ, κρατικοῦ ·συνεταιρισμοῦ. Ἡ περιοχὴ ἔχει ἔκτασιν 100.000 τετραγ. χιλι ομ. καὶ πληθυσμὸν 2.500.000 κατοίκων ἀποτελοῦντα συνεταιρισμὸν ὑπὸ κρατικὴν διοίκησιν. Ἡ ἄλλοτε στεππώδης καὶ ἀκατάλληλος διὰ τὴν γεωργίαν περιοχὴ αὕτη, κατέστη ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων οἰκονομικῶν κέντρων, χάρις εἰς τοὺς πολλοὺς ὑδατοφράκτας, τὰ ἀρδευτικὰ ἔργα, τὴν παραγωγὴν ἠλεκτρικῆς ἐνεργείας καὶ τὰς ἀναδασώσεις. Τόσον πολλὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἀποδώσωσι μετὰ 20-30 ἔτη, μόνον τὸ κράτος εἶναι δυνατὸν νὰ διαθέσῃ.
Μεταλλευτικὴ ἢ μεταλλεία. Ἀπὸ τοῦ πρώτου ἤδη παγκοσμίου πολέμου (1914-1918), αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι τῆς Ἀμερικῆς κατέχουσι τὰ σκῆπτρα εἰς τὴν παραγωγὴν πετρελαίου, ἄνθρακος, σιδηρομεταλλεύματος, χαλκοῦ, μολύβδου, ψευδαργύρου καὶ ἀργιλίου. Ἤδη ἐκ τῆς παγκοσμίου παραγωγῆς πετρελαίου, σιδηρομεταλλεύματος, ἀργιλίου καὶ φωσφόρου τὸ ἥμισυ ἀντιστοιχεῖ εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας, ἐν ᾧ ἐκ τῆς τοῦ ἄνθρακος, τῆς ἠλεκτρικῆς ἐνεργείας, τοῦ χαλκοῦ ἀντιστοιχεῖ τὸ ἓν τρίτον, ἐκ δὲ τοῦ μολύβδου καὶ τοῦ ψευδαργύρου τὸ ἓν τέταρτον. Ἄνευ τοῦ μεγάλου ὀρυκτοῦ πλούτου αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι τῆς Ἀμερικῆς δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν τόσον ταχέως νὰ καταστῶσιν ἡ πρώτη βιομηχανικὴ χώρα τοῦ κόσμου. Αἱ ἀνάγκαι τῆς ἀμερικανικῆς βιομηχανίας εἶναι τόσον μεγάλαι, ὥστε αὕτη ἀναγκάζεται νὰ εἰσάγῃ πρώτας ὕλας ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὡς ψευδάργυρον, νικέλιον, μαγγάνιον, γραφίτην, χρώμιον, ὑδράργυρον, βωξίτην, πετρέλαιον, ἀκόμη καὶ σιδηρομετάλλευμα.
Γαιάνθραξ. Ἡ ὄρυξις γαιανθράκων γίνεται ἐντατικῶς, ἐν ᾧ ἐλαχίστη εἶναι ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν κοιτασμάτων λιγνίτου, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν εἰς τὴν ἀνατολικὴν περιοχὴν τῶν βραχωδῶν ὀρέων. Τὸ Πίτσμπουργκ εἶναι τὸ κέντρον τῶν ὀρυχείων καὶ τῶν ἐργοστασίων χάλυβος. Σιδηροδρομικαὶ γραμμαί, ὁδοί, διώρυχες, γέφυραι, ἀποθῆκαι, βιομηχανικαὶ ἐγκαταστάσεις παντοῖαι καὶ ἐργατικοὶ συνοικισμοὶ χαρακτηρίζουσι τὴν βιομηχανικὴν περιοχήν, εἰς τὴν ὁποίαν οὐδὲν ἐλλείπει ἐκ τοῦ ἀναγκαίου ὀρυκτοῦ πλούτου. Τὰ 3/4 τῆς παραγωγῆς γαιάνθρακος λαμβάνονται ἐκ τῆς βορείας περιοχῆς τοῦ ποταμοῦ Ὀχάιο.
Πετρέλαιον. Αἱ σπουδαιότεραι πετρελαιοπηγαὶ τῶν ἀμερικανικῶν πετρελαίων εὑρίσκονται εἰς τὰς Πολιτείας Τέξας, Καλιφόρνιαν καὶ Ὀκλαχόμα, αἵτινες παρέχουσι τὰ 80% τῆς πετρελαιοπαραγωγῆς τῆς χώρας. Ἀπὸ τοῦ 1900 καὶ ἑξῆς αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι τῆς Ἀμερ. παράγουσι τὸ ἥμισυ τῆς παγκοσμίου παραγωγῆς πετρελαίου. Αἱ συστηματικαὶ γεωτρήσεις πρὸς ἀνακάλυψιν νέων πηγῶν πετρελαίου ἀποφέρουσι πάντοτε σχεδὸν εὐνοϊκὰ ἀποτελέσματα. Ἄνευ τῆς συνεχοῦς αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς πετρελαίου διὰ νέων πηγῶν, θὰ ἦτο ἀδύνατος ἡ βιομηχανικὴ ἰσχὺς τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν καὶ ἡ συντήρησις ὑπὸ ἰδιωτικῶν ἀμερικανικῶν ἐπιχειρήσεων τοῦ μεγαλυτέρου μέρους (πλέον τοῦ 50%) τῶν διεθνῶν ἀεροπορικῶν συγκοινωνιῶν. Ἰδιωτικὸν ἀεροπλάνον κέκτηνται 50000 Ἀμερικανοί, ἐν ᾧ αὐτοκίνητον ὑπὲρ τὰ 60 ἑκατομμύρια. Τὰ 75% τῶν πλοίων τῶν Ἡνωμ. Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς παντὸς τύπου κινοῦνται διὰ πετρελαίου.
Σίδηρος. Ἀπὸ τοῦ 1910 περίπου αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι κατέχουσι τὴν πρώτην θέσιν εἰς τὴν παραγωγὴν σιδηρομεταλλεύματος, σιδήρου καὶ χάλυβος. Ἡ ἀπόδοσις τῆς βιομηχανίας τῶν Ἡνωμ. Πολ. τῆς Ἀμερικῆς εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὰς ὑπαρχούσας πρώτας ὕλας τῆς χώρας. Παράγουσι σχεδὸν τὸ ἥμισυ καὶ πλέον τῆς παγκοσμίου παραγωγῆς: αὐτοκινήτων, τεχνητῆς μετάξης, τεχνητοῦ ἐλαστικοῦ κόμμεος (καουτσούκ), χάλυβος, ἀργιλίου (ἀλουμινίου), ἠλεκτρικῆς ἐνεργείας καὶ χάρτου.

Ὑφαντουργία. Ἡ ἀνάπτυξις τῆς ὑφαντουργίας σημειοῦται ἀπὸ τοῦ 18ου αἰῶνος εἰς τὰς βορειοανατολικὰς παραλίους πόλεις, εἰς τὴν περιοχὴν τῶν ὁποίων αἱ κλιματολογικαὶ συνθῆκαι εὐνοοῦσι τὴν νηματουργίαν. Ἐν ᾧ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐργατῶν τῆς βαρείας βιομηχανίας διαρκῶς ἐλαττοῦται, χάρις εἰς τελειοποίησιν τῶν μηχανῶν (αὐτόματα κλπ.), εἱς τὴν βιομηχανίαν τῶν τροφίμων ὁ ἀριθμὸς οὗτος διαρκῶς αὐξάνεται. Οὕτω εἱς τὴν περιοχὴν τοῦ Σικάγου, τὸ ὁποῖον εἶναι κέντρον βιομηχανίας τροφίμων, ὑπάρχει μέγας ἀριθμὸς ἐργατῶν, τῶν ὁποίων τὸ εἰσόδημα εἶναι ἀρκετὰ ἱκανοποιητικὸν καὶ τὸ βιοτικὸν ἐπίπεδον ὑψηλόν. Συνέπεια τούτου εἶναι ἡ μεγάλη, κατανάλωσις ἐκεῖ προϊόντων ὑφαντουργικῆς παντὸς εἴδους.
Ἡ ἀμερικανικὴ βιομηχανία δὲν εἶναι μονομερής. Εἰς ταύτην κυριαρχοῦσι τεράστιοι οἰκονομικοὶ ὀργανισμοὶ (ὀνομαζόμενοι συνδικάτα, τράστ). Οὗτοι ἀσχολοῦνται μὲ τὴν παραγωγὴν καὶ πώλησιν πολλῶν εἰδῶν. Κατέχουσι μεταλλεῖα, φυτείας, δάση, πλοῖα παντὸς τύπου καὶ ἐργοστάσια, τὰ ὁποῖα ἐπεξεργάζονται πρώτας ὕλας τῶν συνδικάτων μεταφερομένας δι’ ἰδίων μεταφορικῶν μέσων.
Ἐξέλιξις τῆς ἐργατικῆς παραγωγικότητος ἐν Ἡν. Πολιτείαις.
| Ἔτος | Ἀριθ.ἐργαζομένων εἰς ἑκατ. | Μέσος ὅρος τῶν ἑβδομ. ὡρ. ἐργασ. | Κατανομὴ τῆς ἐνεργειακῆς ἀποδόσεως ἐπὶ τοῖς % | ||
| Ἄνθρακας πετρελαίου ὕδατος | ζῴου | Ἀνθρώπου | |||
| 1850 | 7,4 | 70,6 | 5,8 | 78,7 | 15,4 |
| 1870 | 12,4 | 66,3 | 11,5 | 73,1 | 15,4 |
| 1890 | 22,4 | 63,2 | 27,5 | 60,5 | 12,0 |
| 1910 | 36,8 | 57,5 | 56,9 | 34,7 | 8,4 |
| 1930 | 45,0 | 47,2 | 83,7 | 11,7 | 4,6 |
| 1940 | 46,9 | 43,0 | 90,0 | 6,4 | 3,6 |
| 1950 | 57,0 | 40,8 | 94,0 | 3,0 | 3,0 |
Ἐκ τῆς παρατηρήσεως τῶν ἀνωτέρω ἀριθμῶν συνάγεται τὸ συμπέρασμα ὅτι ἀπὸ τοῦ 1850 καὶ ἑξῆς:
1) Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐργαζομένων βαίνει κατ’ ἔτος αὐξανόμενος.
2) Ὁ μέσος ὅρος τῶν ἑβδομαδιαίων ὡρῶν ἐργασίας βαίνει μειούμενος.
3) Ἡ ἐνεργειακὴ ἀπόδοσις ἐκ τοῦ ἄνθρακος, τοῦ ὕδατος καὶ τοῦ πετρελαίου βαίνει αὐξανομένη, ἐν ᾧ ἡ ἐκ τοῦ ζῴου καὶ τοῦ ἀνθρώπου (εἰς τὰ ἐργοστάσια) βαίνει ἐλαττουμένη. Αρχή ΚεφαλαίουΓεωργία . Ὁ Καναδᾶς εἶναι κυρίως γεωργικὴ χώρα. Εἰς τὰς ἀπεράντους πεδιάδας αὐτοῦ καλλιεργεῖται ὁ σῖτος, ὁ ἀραβόσιτος καὶ ἄλλα δημητριακά. Ἡ παραγωγὴ σίτου ἀνέρχεται εἰς 9 ἑκατ. τόννους ἐτησίως, ἐξ ὧν 6 ἑκατ. τόννοι ἐξάγονται εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἡ μηχανικὴ καλλιέργεια ἐξαπλοῦται σὺν τῷ χρόνῳ εἰς ὅλην τὴν χώραν (400 χιλ. ἑλκυστῆρες). Παραλλήλως πρὸς τὴν γεωργίαν εἶναι λίαν ἀνεπτυγμένη ἡ κτηνοτροφία καὶ ἡ δασοκομία. Εἰς τὰ ἐκτεταμένα δάση τοῦ Καναδᾶ θηρεύονται ἑκατομμύρια ζῴων, τῶν ὁποίων τὰ δέρματα ἀποστέλλονται εἰς τὰ μεγάλα βιομηχανικὰ κέντρα πρὸς κατεργασίαν. Ξυλείας γίνεται μεγάλη ἐξαγωγή, ὡς καὶ πολτοῦ ἐκ ξύλου πρὸς κατασκευὴν χάρτου.
Βιομηχανία . Ἐνεκα τοῦ μεγάλου ὀρυκτοῦ πλούτου τῆς χώρας, ὁ Καναδᾶς ἐξελίσσεται καὶ εἰς βιομηχανικὸν κράτος. Εἰς τὰς δυτικὰς ἐπαρχίας αὐτοῦ ἀνεκαλύφθησαν πηγαὶ πετρελαίου, τῶν ὁποίων ἡ ἐκμετάλλευσις ἤρχισεν ἤδη. Τὰ ἀμερικανικὰ κεφάλαια καὶ ὁ τεχνικὸς ἐξοπλισμὸς ἐξ Ἀμερικῆς ὑποβοηθοῦσι πολὺ τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ Καναδᾶ, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ πολὺ μεγαλυτέρα, ὅταν κατορθωθῇ διὰ μεταναστεύσεως ἡ συγκέντρωσις ἐκεῖ εἰδικευμένου τεχνικοῦ προσωπικοῦ, ἐργατῶν ὀρυχείων καὶ γεωργῶν. Εἰς τὸν Καναδᾶν λειτουργεῖ τὸ μεγαλύτερον ἐργοστάσιον παραγωγῆς ἀλουμινίου τοῦ κόσμου.
Αρχή ΚεφαλαίουΓεωργία-Κτηνοτροφία. Τὸ μεγαλύτερον μέρος τοῦ πληθυσμοῦ ἀσχολεῖται μὲ τὴν καλλιέργειαν τοῦ ἐδάφους καὶ τὰς γεωργικὰς ἐκμεταλλεύσεις. Ἡ καλλιεργουμένη ἔκτασις εἶναι πολὺ μικρά. Ἡ παραγωγὴ σίτου καὶ ὀρύζης κατ’ ἔτος αὐξάνεται περισσότερον. Ἤδη ἡ Βραζιλία παράγει 1% τῆς παγκοσμίου παραγωγῆς ὀρύζης. Ἐπίσης καὶ ἡ παραγωγὴ βάμβακος αὐξάνεται κατ’ ἔτος. Ἐκτὸς τῆς παντὸς εἴδους παραγωγῆς ξυλείας καὶ ἐλαστικοῦ κόμμεος, καλλιεργεῖται εἰς μεγάλας ἐκτάσεις ἡ καφέα, τὸ σακχαροκάλαμον καὶ ἡ βανανέα. Ἡ καλλιέργεια τῆς καφέας ἐκτείνεται μέχρις ὕψους 1800 μ. Αἱ περιοχαὶ τῆς Παραγουάης καὶ τῆς Ἀργεντινῆς εὐνοοῦνται ὑπὸ πολλῶν βροχῶν καὶ εἶναι λίαν ἀποδοτικαὶ εἱς τὰς γεωργικὰς καλλιεργείας. Ἀραβόσιτος, σῖτος καὶ λίνον παράγονται ἐν περισσείᾳ καὶ διατίθενται καὶ διὰ τὴν ἐξαγωγὴν. Ἡ κτηνοτροφία εἰς τὴν Ἀργεντινὴν εἶναι ἰδιαιτέρως ἀνεπτυγμένη. Πολυάριθμοι ἀγέλαι βοῶν καὶ πολυπληθῆ ποίμνια προβάτων παρέχουσιν ἀφθόνους πρώτας ὕλας διὰ τὴν βιομηχανίαν τοῦ κρέατος, τὸ πλεῖστον τῆς ὁποίας εἶναι συγκεντρωμένον παρὰ τὸν κόλπον Ῥίο-ντὲ-λα-Πλάτα. Τὸ 1/3 τῆς βιομηχανίας τῶν περισσοτέρων κρατῶν τῆς νοτίου Ἀμερικῆς ἀποτελεῖ ἡ βιομηχανία τῶν τροφίμων.
Μεταλλευτικὴ-βιομηχανία. Ἡ περιοχὴ τῶν Ἄνδεων εἶναι πλουσία εἰς ὀρυκτὰ τῶν εὐγενῶν καλουμένων μετάλλων, ἅτινα ἐξάγονται ὡς πρώτη ὕλη εἰς τὸ ἐξωτερικόν, καὶ εἰς κοιτάσματα νικελίου, χρωμίου, μολύβδου, ψευδαργύρου κλπ., ὡς καὶ εἰς πηγὰς πετρελαίου. Σιδηρομετάλλευμα ὀρύσσεται εἰς τὴν Βενεζουέλαν καὶ τὴν Βραζιλίαν. Ἐκ τῆς Χιλῆς ἐξάγεται νιτρικὸν κάλιον καὶ νιτρικὸν νάτριον, ἅτινα συναγωνίζονται τὰ ἀζωτοῦχα λιπάσματα, τὰ παρασκευαζόμενα μὲ πρώτην ὕλην τὸ ἄζωτον τῆς ἀτμοσφαίρας.

Δασικὴ καὶ γεωργικὴ οἰκονομία. Ἡ οἰκονομία τῆς Ῥωσσίας ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὸ κλίμα τῆς χώρας καὶ τὴν μεγάλην ἔκτασιν αὐτῆς (22,3 ἑκατ. τετρ. χιλ.). Ὑπὲρ τὸ ἥμισυ τῆς χώρας κατὰ τὸν Ἰανουάριον ἔχει μέσην θερμοκρασίαν -20°C καὶ 200 ἡμέρας τὸ ἔτος μὲ παγετὸν καὶ χιόνας.
Τὸ καλλιεργούμενον ἔδαφος τῆς χώρας εἶναι, ἐν σχέσει πρὸς τὸν πληθυσμὸν αὐτῆς (210 ἑκατ.), μικρόν. Τὸ κράτος καταβάλλει κατ’ ἔτος μεγάλας προσπαθείας ὅπως αὐξήσῃ τὴν καλλιεργουμένην ἔκτασιν δι’ ἐκχερσώσεων, ἀποξηράνσεων ἑλῶν καὶ ἀρδεύσεως καὶ λιπάνσεως ἀγόνων ἐδαφῶν, ἰδίως, εἰς τὰ νοτιοδυτικὰ κράσπεδα τῆς Σιβηρίας, ὅπου τὸ ψῦχος μετριάζεται. Ἡ μηχανικὴ καλλιέργεια ἀναπτύσσεται διαρκῶς. Συνέπεια τούτου εἶναι ὅτι ἀπελευθεροῦνται πολλαὶ ἐργατικαὶ χεῖρες, αἱ ὁποῖαι διατίθενται διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν, παντοίων τεχνικῶν ἔργων καὶ τὴν δασοκομίαν. Κατὰ τὸ 1958 οἱ ὑπὸ τῆς γεωργικῆς οἰκονομίας χρησιμοποιηθέντες ἑλκυστῆρες ἔφθασαν τὸ 1 ἑκατομμ. (Ἡνωμ. Πολ. Ἀμερικῆς 4 ἑκατομμ.).
Μεταλλευτικὴ-Βιομηχανία-Συγκοινωνία. Ἀπὸ τοῦ πέρατος τοῦ δευτέρου παγκοσμίου πολέμου καὶ ἐντεῦθεν (1945), ἡ Ῥωσσία ἀπέβη ἰσχυροτάτη βιομηχανικὴ δύναμις, ἥτις δύναται νὰ ἐφοδιάζηται διὰ τροφίμων καὶ πρώτων ὑλῶν ἐκ τοῦ ἐδάφους της. Εἰς διάστημα 45 ἐτῶν (ἀπὸ τοῦ 1913) ἡ βιομηχανικὴ παραγωγὴ τῆς χώρας ἐτετραπλασιάσθη. Ἡ συστηματικὴ ἐξαγωγὴ καὶ ἐκμετάλλευσις τοῦ ὀρυκτοῦ πλούτου συνέβαλε πολὺ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βαρείας βιομηχανίας καὶ τῆς βιομηχανίας τῶν μετάλλων γενικῶς. Ἡ ἐτησία παραγωγὴ γαιάνθρακος ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν ἐδεκαπλασιάσθη. Εἰς τὴν νοτίαν καὶ τὴν βορείαν περιοχὴν τῆς Σιβηρίας ἀνεκαλύφθησαν τεράστια κοιτάσματα γαιάνθρακος καὶ διαφόρων ὀρυκτῶν. Τὰ εἰς τὸ ὑπέδαφος ἀποθέματα πρώτων βιομηχανινῶν ὑλῶν εἶναι ἐπαρκῆ διὰ μακρὸν χρονικὸν διάστημα. Ἡ βιομηχανικὴ ἀνάπτυξις τῆς χώρας ἐπέτρεψεν εἰς αὐτὴν νὰ εἶναι αὐτάρκης καὶ νὰ μὴ ἐπηρεάζεται ἐκ τῆς παγκοσμίου οἰκονομίας.
Ἡ σπουδαιοτέρα ἀνθρακοφόρος περιοχὴ εἶναι τὸ λεκανοπέδιον τοῦ Ντόνετς, ἐκ τοῦ ὁποίου ὀρύσσονται τὰ 60% της ἐτησίας παραγωγῆς. Εἰς τὴν νότιον ὅμως Σιβηρίαν ὑπάρχουσι κοιτάσματα ἄνθρακος τῶν ὁποίων ἡ περιεκτικότης ὑπολογίζεται πενταπλασία τῆς τῶν κοιτασμάτων τοῦ Ντόνετς. Εἰς τὰ Οὐράλια ὄρη ὑπάρχουσιν ἐπίσης πλούσια κοιτάσματα ἄνθρακος, ὅστις χρησιμοποιεῖται διὰ τὴν ἐκκαμίνευσιν τοῦ ἐκεῖ ὑπάρχοντος ἀφθόνου σιδηρομεταλλεύματος.

Πετρέλαιον . Ἡ παραγωγὴ πετρελαίου τῆς Ῥωσσίας κατὰ τὸ 1950, παρὰ τὸν πενταπλασιασμὸν τῆς παραγωγῆς τοῦ 1913, ἔφθασε μόλις τὰ 7% τῆς παγκοσμίου, διότι ηὐξήθη παραλλήλως πολὺ ἡ παραγωγὴ πετρελαίου ἐξ ἄλλων χωρῶν. Αἱ νέαι ῥωσσικαὶ πετρελαιοπηγαὶ (ἐκτὸς τῆς περιφερείας Βακοῦ) κεῖνται περὶ τὰ βόρεια κράσπεδα τοῦ Καυκάσου, περὶ τὸν μέσον ῥοῦν τοῦ Βόλγα, ἐγγὺς τῆς Κασπίας θαλάσσης εἰς τὸ Τουρκεστάν, εἰς τὴν Σαχαλίνην καὶ παρὰ τὸν ποταμὸν Πετσχόραν. Ἡ παραγωγὴ συνθετικῆς βενζίνης ἤρχισε μετὰ τὴν ὁλοκληρωτικὴν μεταφορὰν εἰς Ῥωσσίαν τῶν δύο μεγάλων γερμανικῶν ἐργοστασίων Λόινα καὶ Παῖλιτς (μετὰ τὸ 1945).
Βαρεῖα βιομηχανία. Αὕτη ἀποτελεῖ τὴν βάσιν διὰ τὴν ἐκβιομηχάνισιν τῆς Ῥωσσίας. Καίτοι εἰς διάστημα 25 ἐτῶν ἀνεπτύχθη αὕτη σπουδαίως, ἐν τούτοις δὲν κατορθώνει ἀκόμη ν’ ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας. Ὁ χάλυψ εἶναι περιζήτητος διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατιωτικοῦ ἐξοπλισμοῦ καὶ διὰ τὴν ἐξέλιξιν τῆς βιομηχανίας. Πᾶσα κατανάλωσις χάλυβος, μὴ ἐξυπηρετοῦσα στρατιωτικὰς ἀνάγκας καὶ ἀνάπτυξιν συναφῶν πρὸς τὸν ἐξοπλισμὸν βιομηχανιῶν, ἐμποδίζεται. Ἡ μεταλλουργία τῆς νοτίου Οὐκρανίας (γαιάνθραξ τοῦ λεκανοπεδίου Ντόνετς, σιδηρομετάλλευμα τοῦ Κριβόι-Ρὸγκ καὶ Νικοπόλεως, ἐργοστάσια τῆς πόλεως Κέρτς, τῆς Κριμαίας) παρήγαγε κατὰ τὸ 1939 τὰ 2/3 τῆς ῥωσσικῆς παραγωγῆς χυτοσιδήρου καὶ τὸ ἥμισυ τῆς παραγωγῆς χάλυβος. Τὰ σπουδαιότερα κέντρα βαρείας βιομηχανίας εἶναι σήμερον ἡ Μόσχα, τὸ Κίεβον, τὸ Λένινγκρατ, τὸ Χάρκοβον, τὸ Γκόρκι καὶ ἄλλα. Νεώτεραι στατιστικαὶ δὲν παρέχονται.
Συγκοινωνία. Τὸ πρόβλημα τῶν συγκοινωνιῶν εἶναι δύσκολον καὶ πολύπλοκον λόγῳ τῆς μεγάλης ἐκτάσεως τῆς χώρας, τῶν κλιματολογικῶν συνθηκῶν καὶ τῆς ποικίλης ἐδαφικῆς κατανομῆς τοῦ ὀρυκτοῦ πλούτου καὶ τῶν παραγωγικῶν κέντρων. Εἰς τὰ βόρεια τῆς χώρας ἀφθονεῖ ἡ ξυλεία, ἡ ὁποία πρέπει νὰ μεταφέρεται πρὸς τὰ νότια, ἄτινα στεροῦνται ταύτης. Εἰς τὸ Οὐσβεκιστὰν παράγεται ὁ βάμβαξ, ὁ ὁποῖος μεταφέρεται εἰς τὰ παρὰ τὴν Μόσχαν νηματουργεῖα καὶ ὑφαντουργεῖα. Μηχαναί, αὐτοκίνητα καὶ ἑλκυστῆρες κατευθύνονται ἐκ τῆς Κεντρικῆς Ῥωσσίας πρὸς ὁλόκληρον τὴν χώραν. Τὰ 85% περίπου τῶν μεταφορῶν πρώτων ὑλῶν καὶ προϊόντων γίνονται διὰ τῶν σιδηροδρόμων, τὰ 8% διὰ ποταμοπλοίων και τὰ 3% διὰ φορτηγῶν αὐτοκινήτων. Οἱ αὐτοκινητόδρομοι ἐλλείπουσι τελείως καὶ τὸ ὁδικὸν δίκτυον τῆς χώρας γενικῶς δὲν εἶναι ἀνεπτυγμένον. Κατὰ τὸ 1938 τὸ μῆκος τῶν ἀσφαλτοστρωμένων δρόμων τῆς Ῥωσσίας ἀνήρχετο μόνον εἰς 3000 χιλιόμετρα (ὅσον περίπου τῆς Ἑλλάδος). Εἰς τὴν Δυτικὴν Γερμανίαν ὑπάρχουσιν αὐτοκινητόδρομοι μήκους 22.000 χιλιομέτρων. Τὸ σιδηροδρομικὸν δίκτυον εἶναι σχετικῶς πυκνὸν μόνον εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν Ῥωσσίαν. Τὸ πλάτος τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν εἶναι μεγαλύτερον τοῦ διεθνῶς παραδεδεγμένου πλάτους (ὅπερ εἶναι περίπου 1,40 μ).


Διὰ νὰ εὐκολύνῃ ἡ Ῥωσσία τὰς συγκοινωνίας της πρὸς τὰς ὑπ’ αὐτῆς κατεχομένας χώρας, ἐπεξέτεινε τὰς σιδηροδρομικὰς γραμμάς της πρὸς τὰς χώρας αὐτάς. Οὕτω ἔγιναν εὐρύτεραι καὶ προσηρμόσθησαν πρὸς τὰς ῥωσσικὰς γραμμὰς αἱ σιδηροδρομικαὶ γραμμαὶ αἱ ἄγουσαι πρὸς τὸ Βερολῖνον, τὴν Βουδαπέστην καὶ τὴν Σόφιαν. Εἰς τὴν Σιβηρίαν κατασκευάζονται μεγάλαι σιδηροδρομικαὶ γραμμαὶ, αἱ ὁποῖαι θὰ φέρωσιν εἰς μεγαλυτέραν ἐμπορικὴν ἐπαφὴν τὴν Ῥωσσίαν μετὰ τῆς Κίνας. Τὸ μῆκος τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν τῆς Ῥωσσίας ἀνέρχεται εἰς 110.000 χιλιόμ. (λοιπῆς Εὐρώπης 330.000 χιλιόμ., Ἡνωμ. Πολιτειῶν Ἀμερικῆς 370.000 χιλιόμ.). Ὁ Βόλγας παραμένει ἡ σπουδαιοτέρα γραμμὴ διὰ τὴν ποταμοπλοΐαν τῆς χώρας. Ἡ Μόσχα ἔχει καταστῆ ὁ μεγαλύτερος ἐσωτερικὸς λιμὴν τῆς Ῥωσσίας. Εἰς αὐτὴν κα ταλήγει ἡ ἐκ τῆς βορείας πολικῆς θαλάσσης διανοιγεῖσα διῶρυξ.
Αρχή ΚεφαλαίουΑἱ ᾽Ινδίαι εἶναι ἐκ φύσεως χώρα εἰς τὴν ὁποίαν εὐνοοῦνται αἱ γεωργικαὶ καλλιέργειαι. Μεγάλοι ποταμοί, μεγάλαι πεδιάδες καὶ κλίμα εὔκρατον πρὸς τὸ θερμὸν εἶναι οἱ παράγοντες τῶν μεγάλων γεωργικῶν ἀποδόσεων. Αἱ ἀρδεύσεις ὅμως τῶν πεδιάδων, τῶν κυρίως Ἰνδιῶν (15%), ὑπολείπονται πολὺ τῶν ἀρδεύσεων τῶν πεδιάδων τοῦ Πακιστὰν (37%), τῆς Κεϋλάνης (27%),τῆς Κίνας (30%), τῆς Ἰαπωνίας (56%) καὶ τῆς Αἰγύπτου (100%). Ἡ καλλιεργουμένη ἐπιφάνεια εἶναι μικρὰ καὶ οὐχὶ ἐπαρκὴς διὰ τὴν διατροφὴν τοῦ πληθυσμοῦ, ὅστις αὐξάνεται ἐτησίως πολὺ (Ἰνδίαι: καλλιεργ. ἐπιφ. 1.330.000 τετρ. χιλιόμ., Πακιστὰν 250.000 τετρ. χιλιόμ., Κεϋλάνη 20.000 τετρ. χιλιόμ.). Εἰς τὰς Ἰνδίας οἱ ἀγρόται καλλιεργοῦσι κέγχρον, λαχανικά, ἐλαιώδη φυτά, ὄσπρια καὶ πρὸ παντὸς ὄρυζαν, σῖτον καὶ σακχαροκάλαμον. Τὰ ἀγροκτήματα αὐτῶν δὲν εἶναι μεγάλης ἐκτάσεως. Ἕκαστον τούτων ἀνέρχεται κατὰ μέσον ὅρον εἰς 20 στρέμματα. Πρὸς τὰ βόρεια μέρη τῆς χώρας γίνονται ἀρδεύσεις, ἔχουσι διανοιγῆ πολλὰ φρέατα καὶ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἔγιναν ἀρκετὰ ἔργα δι’ ὑδατοφράκτας. Τὸ μῆκος τῶν ἀρδευτικῶν διωρύχων ἀνέρχεται εἰς 100.000 χιλιόμ. περίπου. Τὸ φράγμα Σουκοὺρ εἰς τὸν Ἰνδὸν ποταμὸν (δυτ. Πακιστὰν) ἔχει μῆκος 1600 μ. καὶ διὰ 7 διωρύχων ἀρδεύει ἔκτασιν 20 ἑκατ. στρεμμάτων, ἔνθα καλλιεργεῖται σῖτος καὶ βάμβαξ. Εἰς τὴν περιοχὴν τοῦ Ντεκὰν εὐδοκιμεῖ εἶδος βραχυΐνου βάμβακος. Ἡ καλλιέργεια τεΐου ἐπιτελεῖται κυρίως εἰς τὰς φυτείας τοῦ Ἀσσὰμ καὶ τῆς Κεϋλάνης. Τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον καὶ τῶν τριῶν κρατῶν τῶν Ἰνδιῶν χαρακτηρίζεται ἐκ τῶν ἐξαγωγῶν πρώτων ὑλῶν καὶ τῶν εἰσαγωγῶν βιομηχανικῶν εἰδῶν. Ἡ ὑφαντουργικὴ βιομηχανία ἔχει ἐπιτελέσει μεγάλας προόδους, κατόπιν εἰσαγωγῆς νεωτάτων μηχανῶν νηματουργικῆς καὶ ὑφαντουργίας. Αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι, ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Ἰαπωνία εἶναι τὰ τρία σπουδαιότερα κράτη τὰ ἔχοντα μεγάλας οἰκονομικὰς σχέσεις μετὰ τῶν Ἰνδιῶν.
Αρχή ΚεφαλαίουἩ Κίνα εἶναι κατ’ ἐξοχὴν γεωργικὴ χώρα. Τὰ σπουδαιότερα καλλιεργητικὰ κέντρα εὑρίσκονται περὶ τοὺς μεγάλους ποταμοὺς Χοανχό, Γιανκτσεκιάνγκ καὶ Σικιάνκ. Ἡ καλλιεργουμένη ἐπιφάνεια τῆς χώρας δὲν ὑπερβαίνει τὸ 15% τῆς ἐκτάσεως αὐτῆς (Ἑλλὰς περίπου 22%). Ὁ μέσος ὅρος τῆς ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας δι’ ἕκαστον χωρικὸν κυμαίνεται μεταξὺ 10-20 στρεμμάτων. Τὰ σπουδαιότερα γεωργικὰ προϊόντα εἶναι ὄρυζα, σῖτος, ἀραβόσιτος, βάμβαξ, σόγια καὶ κέγχρος. Εἰς τὰς νοτίους ἐπαρχίας τῆς χώρας εὐδοκιμεῖ τὸ τέιον, αἱ ὀπῶραι καὶ ἡ μορέα. Ἡ Κίνα εἶναι ἡ δευτέρα βαμβακοπαραγωγὸς χώρα τῆς γῆς μετὰ τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς.
Ἡ βιομηχανία εἶχεν ἀναπτυχθῆ ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν ἐξωτερικῆς ἐπιρροῆς (κεφάλαια, τεχνικὸς ἐξοπλισμὸς) εἰς τὰς μεγάλας πόλεις Σαγκάην, Τιεντσίν, Καντῶνα. Κατ’ ἀρχὰς ἱδρύθησαν ἐργοστάσια ὑφαντουργικῆς. Ἤδη καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια ὅπως ἀποκτήσῃ ἡ χώρα βαρεῖαν βιομηχανίαν, κατὰ τὸ πρότυπον τῆς ῥωσσικῆς, δεδομένου ὅτι αὕτη διαθέτει ἐπαρκῆ κοιτάσματα γαιάνθρακος καὶ ὀρυκτοῦ πλούτου. Ὑπολογίζεται ὅτι τὰ ἀποθέματα τῶν κοιτασμάτων γαιάνθρακος ἀνέρχονται εἰς 240 δισεκ. τόννους. Δὲν ἔχει ὅμως ἐξερευνηθῆ πλήρως ὁ ὀρυκτὸς πλοῦτος τῆς χώρας καὶ θεωρεῖται πιθανόν, ὅτι ὑπάρχουσι πλουσιώτερα κοιτάσματα γαιάνθρακος. Κατὰ τὸ 1956 ἐξήχθησαν 110 ἑκατ. τόννοι γαιάνθρακος (Ῥωσσία 295, Ἀμερικὴ 480 ἑκατ. τόνν.). Ἡ ἀνάπτυξις τῆς βιομηχανίας εὑρίσκεται ἀκόμη εἰς τὰ σπάργανα (Βιομηχανικαὶ ἐπιχειρήσεις Κίνας 8.700, Ἑλβετίας 11.000). Σπουδαῖα εἶναι τὰ κοιτάσματα ὀρυκτῶν τοῦ βολφραμίου, ἀντιμονίου καὶ κασσιτέρου. Τὰ μεταλλεύματα τούτων διατίθενται εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον τῆς χώρας δὲν εἶναι μέγα. Ἀνθηραὶ οἰκονομικαὶ σχέσεις ὑπάρχουσι μετὰ τῆς Ῥωσσίας, παρ’ ἧς εἰσάγονται βιομηχανικὰ εἴδη, ἰδίως μηχαναὶ καὶ ἐργαλεῖα.
Αρχή ΚεφαλαίουΚαίτοι ἡ Ἰαπωνία δὲν διαθέτει μεγάλας ἐκτάσεις οὔτε ἄφθονον ὀρυκτὸν πλοῦτον, ἐν τούτοις ἔχει καταστῆ μεγάλη βιομηχανικὴ χώρα.Τὰ ἀποθέματα κοιτασμάτων γαιάνθρακος ὑπολογίζονται εἰς 6 δισεκατ. τόννους. Διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βαρείας βιομηχανίας αὐτῆς εἰσάγονται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ γαιάνθραξ καὶ σιδηρομεταλλεύματα. Ἡ ποιότης τῶν βιομηχανικῶν Ἰαπωνικῶν προϊόντων δὲν ὑπολείπεται τῆς τῶν ἀντιστοίχων εὐρωπαϊκῶν. Τὰ ἰαπωνικὰ ὅμως εἶναι πολὺ εὐθηνότερα τούτων, διότι τὰ ἐργατικὰ ἡμερομίσθια ἐν Ἰαπωνίᾳ εἶναι εἰς πολὺ χαμηλὸν ἐπίπεδον. Ἤδη ἀπὸ τοῦ 1952 ἡ Ἰαπωνία ἐξάγει εἰς τὴν Εὐρώπην ἀκατέργαστον σίδηρον καὶ χάλυβα. Ἰδιαιτέραν ἀνάπτυξιν ἔχει λάβει ἡ βιομηχανία εἰδῶν προερχομένων ἐκ τῆς ἁλιείας. Τὸ ἥμισυ σχεδὸν τῆς παγκοσμίως ἁλιευομένης ποσότητος ἰχθύων προέρχεται ἐκ τῆς Ἰαπωνίας.
Αρχή ΚεφαλαίουἩ Αὐστραλία εἶναι χώρα κατὰ πρῶτον λόγον γεωργική. Μέχρι τοῦ 1939 τὰ γεωργικὰ καὶ μεταλλευτικὰ προϊόντα τῆς χώρας ἀπετέλουν τὰ 90% τῶν ἐξαγωγῶν. Τὸ σπουδαιότερον ἐξαγόμενον εἶδος εἶναι τὸ ἔριον ἐκ προβάτων, τοῦ ὁποίου ἡ ἐξαγωγὴ ἀνέρχεται ἐτησίως εἰς τὸ 1/4 περίπου τῆς παγκοσμίου παραγωγῆς. Τὰ 3/4 τῶν ὑπαρχόντων προβάτων εἶναι τοῦ εἴδους μερινός. Ἡ παραγωγὴ σίτου εἶναι μεγάλη. Εἶναι ἡ τρίτη χώρα τῆς γῆς εἰς τὴν ἐξαγωγὴν σίτου μετὰ τὸν Καναδᾶν καὶ τὴν Ἀργεντινήν. Ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ δευτέρου παγκοσμίου πολέμου (1939-1945) ἡ Αὐστραλία ἐξάγει κρέατα, σάκχαρον, βούτυρον, οἶνον καὶ μέλι. Εἰς τὴν γεωργίαν ἐπικρατεῖ τὸ σύστημα τῆς μονοκαλλιεργείας, τὸ ὁποῖον ὅμως ἐνίοτε ἐγκλείει πολλοὺς κινδύνους διὰ τὴν ἀγροτικὴν οἰκονομίαν, ἕνεκα καταστροφῶν προκαλουμένων ἐκ κλιματολογικῶν μεταβολῶν. Κατὰ τὴν πολυκαλλιέργειαν τοιαῦται καταστροφαὶ περιορίζονται συνήθως εἰς ἓν ἢ δύο καλλιεργούμενα εἴδη καὶ οὐχὶ εἰς τὸ σύνολον τῶν καλλιεργουμένων. Ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ διανυομένου αἰῶνος ἡ χώρα ἤρχισε βραδέως νὰ ἱδρύῃ ἰδικήν της βιομηχανίαν. Τὸ σπουδαιότερον ὀρυκτὸν αὐτῆς εἶναι ὁ γαιάνθραξ, ἡ ἐτησία παραγωγὴ τοῦ ὁποίου ἀνέρχεται περίπου εἰς 20 ἑκατομμ. τόννους. Ἐπίσης ὑπάρχουσιν εἰς τὴν χώραν πλούσια ὀρυκτὰ σιδήρου, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπουσι τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βαρείας βιομηχανίας καὶ τὴν παραγωγὴν χάλυβος. Πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἀνεκαλύφθησαν εἰς τὴν Αὐστραλίαν κοιτάσματα οὐρανίου, τὰ ὁποῖα διατίθενται διὰ τὴν παραγωγὴν τῆς ἀτομικῆς ἐνεργείας. Ἡ βιομηχανία γενικῶς βαίνει αὐξανομένη βραδέως, λόγῳ τοῦ μικροῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας καὶ τῆς εἰσαγωγῆς βιομηχανικῶν προϊόντων ἐξ Ἀγγλίας.
Αρχή ΚεφαλαίουἘν ᾧ μέχρι τοῦ 1800 ἡ Μ. Βρεταννία ἦτο σπουδαία γεωργικὴ χώρα πωλοῦσα γεωργικὰ προϊόντα εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἤδη ἔχει ἀποβῆ καθαρῶς βιομηχανικὴ χώρα. Ἡ γεωργικὴ παραγωγὴ αὐτῆς ἀρκεῖ νὰ διαθρέψῃ μόνον τὸ ἥμισυ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας, ἡ ὁποία εἶναι ἠναγκασμένη νὰ εἰσάγῃ τὰ δι’ αὐτὴν ἀναγκαῖα γεωργικὰ προϊόντα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἕνεκα τοῦ ἐκβιομηχανισμοῦ τῆς χώρας, τὸ ἥμισυ τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς εἶναι συγκεντρωμένον εἰς τὰς πόλεις. Τὸ Μάντσεστερ, τὸ Μπίρμινγχαμ, τὸ Σιέφιλτ καὶ τὸ Λὴντς-Μπράντφορτ ἀπέβησαν μεγάλα κέντρα ὑφαντουργικῆς καὶ μεταλλουργικῆς βιομηχανίας. Ἐδημιουργήθη ἐκεῖ λίαν ἐξειδικευμένη τάξις ἐργατῶν, ἡ ὁποία συνέβαλε πολὺ εἰς τὴν ἐξαίρετον ποιότητα τῶν ἀγγλικῶν ὑφασμάτων καὶ μηχανημάτων παντὸς εἴδους. Εἰς τὰς δυτικὰς περιοχὰς τῆς χώρας, ὅπου ἐπικρατεῖ περισσοτέρα ὑγρασία, γίνεται ἡ ἐπεξεργασία τοῦ διὰ τοῦ Λίβερπουλ κυρίως εἰσαγομένου βάμβακος, ἐν ᾧ εἰς τὰς ἀνατολικὰς γίνεται ἡ ἐπεξεργασία τοῦ διὰ τοῦ Χὰλλ εἰσαγομένου ἐρίου. Μαλακὰ ὕδατα (περιέχοντα πολὺ ὀλίγα ἅλατα, οὐδόλως γλυφὰ) ὑπάρχοντα εἰς τὴν περιοχὴν αὐτήν, εἶναι πολὺ κατάλληλα διὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν ἐρίων καὶ τῶν μαλλίνων ὑφασμάτων, τὰ ὁποῖα καθιστῶσι λίαν μαλακά. Εἰς τὴν νότιον περιοχὴν τῆς κεντρικῆς Ἀγγλίας παράγονται παντὸς εἴδους σιδηρᾶ προϊόντα, μηχαναὶ σιδηροδρόμων, ἐργαλεῖα ἐκ χάλυβος κλπ. Τὰ ἀγγλικὰ ἐκ σιδήρου μικρὰ ἀντικείμενα καὶ τὰ περίφημα ἀγγλικὰ ὑφάσματα, παρ’ ὅλον ὅτι ἐξακολουθοῦσι νὰ εἶναι ἐξαίρετα καὶ νὰ διατηρῶσι τὴν φήμην των ἀπὸ ἐπόψεως ποιότητος, ἐν τούτοις ἀπώλεσαν τὴν μονοπωλιακὴν αὐτῶν θέσιν ἐν τῷ κόσμῳ, ἕνεκα τῆς ἀναπτύξεως τῶν συναφῶν γερμανικῶν καὶ ἀμερικανικῶν προϊόντων.
Αρχή ΚεφαλαίουΚαὶ εἰς τὴν Γερμανίαν, ὅπως καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἡ ἀνάπτυξις τῆς βιομηχανίας ἤρχισε περὶ τὸ τέλος τοῦ 18ου αἰῶνος, ἀλλὰ μὲ βραδύτερον ῥυθμόν. Λίαν παλαιαὶ εἶναι αἱ βιοτεχνίαι τοῦ λίνου, μετάξης, ἐρίου, σιδήρου καὶ ξύλου. Αἱ πρῶται ὗλαι λίνου, ἐρίου, ξύλου καὶ μεταλλευμάτων ἐλαμβάνοντο ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ. Ἡ βιομηχανικὴ ἀνάπτυξις τῆς Γερμανίας ὑπέστη τὴν ἐπίδρασιν τῆς ἀγγλικῆς βιομηχανίας. Γερμανοὶ τεχνικοὶ ἐξεπαιδεύθησαν ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ εἰσήγαγον εἰς Γερμανίαν τὰς μεθόδους μεταλλουργίας τοῦ σιδήρου καὶ κατασκευῆς μηχανῶν. Ὅτε, κατὰ τὸ 1800, ὁ Ναπολέων Βοναπάρτης ἐνήργησε τὸν ἠπειρωτικὸν ἀποκλεισμὸν τῆς Ἀγγλίας, ἡ ἀνάπτυξις τῆς γερμανικῆς βιομηχανίας ἔλαβε ταχύτερον ῥυθμόν, ἰδίως εἰς τὴν περιοχὴν Ῥούρ, ὅπου εὑρίσκονται τὰ πλούσια κοιτάσματα γαιάνθρακος καὶ σιδήρου. Ἀπὸ τοῦ 1870 ἡ γερμανικὴ βιομηχανία ἤρχισεν ἀναπτυσσομένη ῥαγδαίως. Εἰκόνα τῆς ἀναπτύξεως αὐτῆς λαμβάνομεν ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ τῆς πόλεως. Ἔσσεν, κειμένης εἰς τὸ κέντρον τῆς ἀνθρακοφόρου βιομηχανικῆς περιοχῆς τοῦ Ῥούρ. Οὕτω, κατὰ τὸ 1820 ἡ πόλις αὕτη εἶχε 5000 κατοίκους, τὸ 1872: 52.000, τὸ 1910: 295.000, τὸ 1939: 667.000, τὸ 1954: 673.000, τὸ 1956: 697.000. Τὰ κοιτάσματα γαιάνθρακος τῆς δυτικῆς περιοχῆς τῆς Γερμανίας καταλαμβάνουσιν ἔκτασιν 3000 τετρ. χιλιομ., τὰ δὲ ἀποθέματα αὐτῶν ὑπολογίζονται εἰς 220 δισεκατ. τόννων. Τὸ ἐκ τῆς περιοχῆς τοῦ Ῥοὺρ λαμβανόμενον γαιαέριον μεταφέρεται διὰ μεγάλων ὑπογείων ἀεραγωγῶν εἰς τὴν βόρειον καὶ νότιον Γερμανίαν καὶ χρησιμοποιεῖται ὑπὸ τῶν ἐκεῖ συναφῶν βιομηχανιῶν. Ἡ χημικὴ βιομηχανία χρησιμοποιεῖ ποικιλοτρόπως τὸν ἄνθρακα. Ἔχει καταστῆ ἐκ τῶν πρώτων χημικῶν βιομηχανιῶν τοῦ κόσμου. Μετὰ τὴν ἐκ τοῦ δευτέρου παγκοσμίου πολέμου καταστροφήν, τὰ δύο τρίτα περίπου τῆς παλαιᾶς Γερμανίας ἀποτελοῦσιν ἀνεξάρτητον κράτος ὁμοσπονδιακόν, τὴν Δυτικὴν Γερμανίαν (10 μικρότερα κράτη), τὸ δὲ ὑπόλοιπον ἓν τρίτον εὑρίσκεται ὑπὸ ῥωσσικὴν κατοχὴν καὶ ἀποτελεῖ τὴν Ἀνατολικὴν Γερμανίαν (Ῥωσσικὴ Ζώνη). Ἡ Δυτικὴ Γερμανία κατώρθωσεν ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν νὰ ἀποκαταστήσῃ τὰς φοβερὰς ἐκ τοῦ πολέμου καταστροφὰς καὶ νὰ δημιουργήσῃ ζωηροτάτην οἰκονομικήν ἄνθησιν, τοιαύτην, ὥστε νὰ χορηγῇ καὶ δάνεια εἰς μεγάλας δυνάμεις, ὡς ἡ Γαλλία. Ἡ βιομηχανικὴ παραγωγὴ τῆς Ἀνατολικῆς Γερμανίας ὑστερεῖ πολὺ τῆς παραγωγῆς τῆς Δυτικῆς Γερμανίας διότι οἱ Ῥῶσσοι ἀφῄρεσαν τὸ ἥμισυ ὅλων τῶν βιομηχανικῶν ἐγκαταστάσεων τῆς κατεχομένης ζώνης καὶ μετέφερον αὐτὰς εἰς τὴν Ῥωσσίαν πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ῥωσσικῆς βιομηχανίας, αἱ δὲ ἀνατολικαὶ γαιανθρακοφόροι περιοχαὶ εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν κατοχὴν καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν Πολωνῶν.
Αρχή ΚεφαλαίουἩ Γαλλία εἶναι συγχρόνως μεγάλη γεωργικὴ καὶ βιομηχανικὴ χώρα. Παράγει σῖτον, ὅσον περίπου καὶ ἡ Ἀργεντινὴ (περὶ τὰ 10 ἑκατομμ. τόνν. ἐτησίως). Εἰς τὴν παραγωγὴν γεωμήλων, μὲ 17 περίπου ἑκατομμ. τόννους, ὑπερβαίνει τὴν παραγωγὴν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς κατὰ 5 περίπου ἑκατομμ. τόννους (1956). Ἡ παραγωγὴ σακχάρου μὲ 1.600 χιλ. τόννους (1956) ὑπολείπεται ὀλίγον τῆς γερμανικῆς καὶ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς (2.200 καὶ 2.300). Εἶναι ἡ πρώτη οἰνοπαραγωγὸς χώρα τοῦ κόσμου, ἀγοράζει δὲ πρὸς ἐπεξεργασίαν καὶ ποσότητας οἴνου ἐκ τῆς ἑλληνικῆς ἀγορᾶς.Πυκνότατον ὁδικὸν καὶ σιδηροδρομικὸν δίκτυον ἐξυπηρετεῖ σπουδαίως τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας. Ἡ ὑφαντουργία εἶναι λίαν ἀνεπτυγμένη, ἰδίως εἰς τὰς κεντρικὰς καὶ βορείους ἐπαρχίας τῆς χώρας. Περίφημα εἶναι τὰ μεταξωτὰ ὑφάσματα τῆς Λυὼν καὶ τὰ νηματουργεῖα τῆς Δίλλης.
Ἡ χημικὴ βιομηχανία συναγωνίζεται εἰς ποιότητα τὰς χημικὰς βιομηχανίας ἄλλων μεγάλων βιομηχανικῶν κρατῶν, καίτοι ἡ χώρα δὲν διαθέτει ἄφθονον γαιάνθρακα. Τὰ γαλλικὰ ἀρώματα θεωροῦνται τὰ καλύτερα ἐν τῷ κόσμῳ.
Ἡ Γαλλία κέκτηται πλουσιώτατα κοιτάσματα ὀρυκτῶν σιδήρου. Τὸ ἐτησίως ἐξαγόμενον σιδηρομετάλλευμα εἶναι ὑπερτριπλάσιον τοῦ κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον ἐξαγομένου γερμανικοῦ καὶ ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῆς γαλλικῆς βαρείας βιομηχανίας.
Αρχή ΚεφαλαίουὉ δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος ἐπέφερε μεταβολὰς εἰς τὰ παγκόσμια οἰκονομικὰ κέντρα καὶ ἀνακατάταξιν τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τῆς ἀνθρωπότητος. Αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι τῆς Ἀμερικῆς ἐξακολουθοῦσι νὰ εἶναι ἡ πρώτη οἰκονομικὴ δύναμις τοῦ κόσμου. Παραλλήλως ὅμως ἀνεπτύχθη καὶ ἀναπτύσσεται ἡ Ῥωσσία, ἡ ὁποία ὑπεσκέλισε τὴν ἀγγλικὴν οἰκονομίαν. Ἡ Κίνα ἔχει ἀρχίσει νὰ ὀργανοῦται καὶ εἰς τὴν γεωργίαν καὶ εἰς τὴν βιομηχανίαν. Ὑπολογίζεται ὅτι ἐντὸς τῶν προσεχῶν 20 ἐτῶν ἡ Κίνα, μὲ πληθυσμὸν τότε 750 περίπου ἑκατομμυρίων ψυχῶν καὶ τὰς πολλὰς πρώτας ὕλας τὰς ὁποίας διαθέτει, θὰ ἔχῃ ἀποβῆ σπουδαία οἰκονομικὴ δύναμις ἐν τῷ κόσμῳ. Σήμερον (1961) ἡ Ῥωσσία, ἡ Πολωνία, ἡ Ῥωσσικὴ Ζώνη ἐν Γερμανίᾳ, ἡ Οὑγγαρία, ἡ Τσεχοσλοβακία, ἡ Βουλγαρία καὶ ἡ Ῥουμανία ἀποτελοῦσι οἰκονομικὸν συγκρότημα συνεργαζόμενον στενώτατα ὑπὸ τὴν ῥωσσικὴν καθοδήγησιν. Ἡ Κίνα συνεργάζεται μετὰ τοῦ συγκροτήματος τούτου, μετέχουσα ἐλάχιστα τοῦ λοιποῦ διεθνοῦς ἐμπορίου. Εὐρωπαϊκά τινα κράτη (ἄνευ τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Ῥωσσίας) κατεῖδον μετὰ τὸ πέρας τοῦ δευτέρου παγκοσμίου πολέμου ὅτι ἄνευ τῆς μεταξύ των συνεργασίας θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπουλώσωσι τὰς ἐκ τοῦ πολέμου πληγάς των. Ὅθεν ἠναγκάσθησαν νὰ παραμερίσωσι παλαιὰς προστριβάς, νὰ προβῶσιν εἰς ἀμοιβαίας ὑποχωρήσεις καὶ νὰ ὀργανώσωσιν οἰκονομικὴν κοινοπραξίαν ὑπὸ ἑνιαίαν κοινὴν διοίκησιν. Διὰ τοῦ μέτρου τούτου ἐλπίζεται ὅτι ἐτέθησαν αἱ βάσεις οἰκονομικῆς μελλοντικῆς συνεργασίας ὅλων τῶν εὐρωπαϊκῶν κρατῶν. Ἡ οἰκονομικὴ συνεργασία, ἥτις ἀπεφασίσθη κατὰ τὸ 1951, περιωρίσθη κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τῆς συνεργασίας εἱς τὸν γαιάνθρακα καὶ τὸν σίδηρον, ἡ δὲ διάρκεια αὐτῆς ὡρίσθη πεντηκονταετὴς (ἀπὸ τοῦ 1952). Τὰ ἱδρυτικὰ τῆς Εὐρωπαϊκῆς Κοινῆς Ἀγορᾶς (Ε.Κ.Α.) κράτη εἶναι: Ἡ Δυτικὴ Γερμανία, ἡ Γαλλία, ἡ Ἰταλία, τὸ Βέλγιον, ἡ Ὁλλανδία καὶ τὸ Λουξεμβοῦργον. Ἤδη (1961) ὁ ὀργανισμὸς οὗτος (Ε.Κ.Α.) ἔχει ἐπεκτείνει τὰς ἐργασίας του. Ἡ Ἑλλὰς συνεδέθη διὰ συμβάσεως μὲ τὴν Εὐρωπαϊκὴν Κοινὴν Ἀγορὰν τὴν 10 Ἰουλίου 1961 καὶ ὑπολογίζει πολὺ εἰς τὴν διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου οἰκονομικὴν αὐτῆς ἀνασυγκρότησιν. Ἡ ἐπιτυχία τῶν σκοπῶν, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ Ἑλλὰς συνεδέθη μετὰ τῆς Εὐρωπαϊκῆς Κοινῆς Ἀγορᾶς, ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς ἰδίους. Θὰ ἔχωμεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συνεργασθῶμεν καὶ νὰ συναγωνισθῶμεν, εἰς ὅλα τὰ πεδία τῆς ἀνθρωπίνης δραστηριότητος, λαούς, τῶν ὁποίων τὸ πνευματικὸν καὶ τεχνικὸν ἐπίπεδον εἶναι ἀνώτερον τοῦ ἑλληνικοῦ. Ὅθεν εἶναι ἀνάγκη, διὰ τῆς συνεχοῦς καὶ ἐντατικῆς μορφωτικῆς ἐργασίας εἰς τὰ σχολεῖα, νὰ ἀνυψωθῇ τὸ πνευματικὸν ἐπίπεδον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἵνα οὗτος καταστῇ ἱκανὸς νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν συναγωνισμόν.
Αρχή Κεφαλαίουἐμφαίνων τὰ μεγαλύτερα ὀρυκτωρυχικὰ κέντρα τῆς γῆς κατ’ εἶδος ὀρυκτοῦ.
(Ἡ σειρὰ καταγραφῆς τῶν χωρῶν ἀναλόγως τοῦ μεγέθους παραγωγῆς).
| Εἶδος | Χῶραι |
| 1) Βωξίτης | (ὀρυκτὸν ἀργιλίου) Γουαϋάνα, Βρεταννικὴ Γουϊνέα, Γαλλία, Γιουγκοσλαβία, Ἰταλία, Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι Ἀμερικῆς, Ἰνδονησία, Ἑλλὰς. |
| 2) Γαιάνθραξ 3) Κασσίτερος | Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι Ἀμερικῆς, Ῥωσσία, Ἀγγλία, Γερμανία, Γαλλία, Πολωνία, Ἰαπωνία, Βέλγιον, Ἰνδίαι. Μαλαισία, Ἰνδονησία, Βολιβία, Κογκό, Ταϋλάνδη (Σιάμ). |
| 4) Μαγγάνιον | Νοτιοαφρικανικὴ Ἕνωσις, Χρυσῆ Ἀκτή, Κούβα, Ἰνδίαι, Κογκό, Γαλλικὸν Μαρόκον. |
| 5) Μόλυβδος | Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι Ἀμερικῆς, Μεξικὸν, Αὐστραλία, Καναδᾶς, Περοῦ. |
| 6) Νικέλιον | Καναδᾶς, Ν. Καληδονία, Κούβα, Νορβηγία. |
| 7) Πετρέλαιον | Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι Ἀμερικῆς, Βενεζουέλα, Ῥωσσία, Κουβέιτ, Σαουδικὴ Ἀραβία, Ἰρὰκ, Καναδᾶς, Ἰνδονησία, Ῥουμανία. |
| 8) Πισσουρανίτης | Καναδᾶς, Κογκό, Τσεχοσλοβακία, Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι Ἀμερικῆς, Ῥωσσία, Αὐστραλία. |
| 9) Σιδηρομετάλλευμα | Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι Ἀμερικῆς, Ῥωσσία, Γαλλία. |
| 10) Ὑδράργυρος | Ἰταλία, Ἱσπανία, Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι Ἀμερικῆς, Μεξικὸν, Ῥωσσία, Τσεχοσλοβακία. |
| 11) Χαλκὸς | Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι Ἀμερικῆς, Χιλή, Βόρειος Ῥοδεσία, Καναδᾶς, Κογκό, Ἰαπωνία. |
| 12) Χρυσὸς | Νοτιοαφρικανικὴ Ἕνωσις, Καναδᾶς, Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι Ἀμερικῆς, Αὐστραλία. |
| 13) Χρώμιον | Νοτιοαφρικανικὴ Ἕνωσις, Τουρκία, Ῥωσσία, Ἰνδίαι, Κούβα, Ἑλλὰς. |
| 14) Ψευδάργυρος | Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι Ἀμερικῆς, Καναδᾶς, Αὐστραλία, Μεξικόν, Περοῦ, Γερμανία, Ἰταλία. |
Ἡ Ἑλλὰς περιλαμβάνεται μεταξὺ τῶν παραλλήλων 41°44΄53΄΄ (ἑλληνοβουλγαρικὴ μεθόριος) καὶ 34°47΄56΄΄ (νῆσος Γαῦδος τῆς Κρήτης) καὶ τῶν μεσημβρινῶν 19°22΄΄32΄,8 καὶ 89°42΄ ἀνατολικῶς τοῦ ἀστεροσκοπείου τοῦ Γρήνουϊτς (Κέρκυρα-Νῆσος Ψιλή, παρὰ τὸ Καστελλόριζον).
Αρχή ΚεφαλαίουὙπολογίζεται ὅτι κατὰ τοὺς τελευταίους αἰῶνας τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας ὁ πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος ἀνήρχετο εἰς 40 ἑκατομμ. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ὅμως τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑπὸ τῶν Τούρκων (29.5.1453) καὶ ἑξῆς, οἱ Ἕλληνες ὑπέστησαν πλείστας διώξεις οὕτως, ὥστε ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ἐμειώθη σημαντικῶς. Κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821, ὁ πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος (Στερεᾶς, Πελοποννήσου, Κυκλάδων) ὑπολογίζεται ὅτι ἀνήρχετο εἰς 938.765. Ἔκτοτε, ἐκτὸς τῆς φυσιολογικῆς αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ, ἐπῆλθεν αὔξησις αὐτοῦ καὶ ἐκ τῆς ἀπελευθερώσεως πολλῶν ὑποδούλων Ἑλλήνων τῆς Μακεδονίας, Θράκης, Ἠπείρου καὶ Νήσων. Ἡ ἐξέλιξις τοῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας ἡμῶν καταφαίνεται ἐκ τοῦ παρατιθεμένου πίνακος.
Αρχή ΚεφαλαίουὉ πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος παρουσιάζει ἀπὸ ἐπόψεως καταγωγῆς, γλώσσης καὶ θρησκείας μεγάλην ὁμοιογένειαν. Εἰς τὴν Δυτικὴν Θρᾴκην μόνον ὑπάρχουσι περὶ τὰς 100 χιλ. Τοῦρκοι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσιν ἐθνικὴν μειονότητα ἐντὸς τοῦ ἑλληνικοῦ ἐδάφους.
Αρχή ΚεφαλαίουὙπὸ τὸν ὅρον τοῦτον νοεῖται ἡ τάσις τῶν κατοίκων τῶν χωρίων καὶ τῶν μικρῶν κωμοπόλεων, ὅπως ἐγκαθίστανται εἰς τὰς μεγάλας πόλεις. Τὸ φαινόμενον τοῦτο δὲν εἶναι νέον οὔτε καὶ μόνον ἑλληνικόν. Κατὰ τὴν ἀρχαίαν ἐποχὴν καὶ ἑξῆς ἡ μετακίνησις τῶν χωρικῶν πρὸς τὰς πόλεις ἐγίνετο εἰς πολὺ μικρὰν κλίμακα. Ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ὅμως ἤρχισεν ἡ ταχεῖα ἀνάπτυξις τῆς βιομηχανίας, τὸ ῥεῦμα τῆς μετακινήσεως πρὸς τὰς πόλεις, ὅπου συνήθως εἶναι τὰ ἐργοστάσια, ἔγινε πολὺ μεγαλύτερον. Συνέπεια τῆς μετακινήσεως ταύτης εἶναι ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ τῶν πόλεων δὲν εἶναι φυσιολογική, δὲν προέρχεται δηλ. αὕτη ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν γεννήσεων ἀπὸ τῶν θανάτων, ἀλλὰ εἶναι πολὺ μεγαλυτέρα τῶν φυσιολογικῶν ὁρίων. Ἡ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη δυσανάλογος αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ τῶν ἑλληνικῶν πόλεων ὀφείλεται ὄχι μόνον εἰς τὸ ῥεῦμα τῆς ἀστυφιλίας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἄφιξιν εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα, κατὰ τὸ 1922-23, τῶν Ἑλλήνων τῆς Ἀνατολικῆς Θρᾴκης καὶ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, οἵτινες ἀπεμακρύνθησαν τῶν ἑστιῶν των βιαίως, κατόπιν τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς. Κατωτέρω ἀναφέρεται ἐνδεικτικῶς, ἐξέλιξις τοῦ πληθυσμοῦ 4 ἑλληνικῶν πόλεων, ἥτις ἔλαβε χώραν ἐντὸς 40 ἐτῶν.
Ἡ ἐξέλιξις τοῦ πληθυσμοῦ τεσσάρων ἑλληνικῶν πόλεων.
| Πόλεις | 1920 | 1928 | 1940 | 1951 | 1961 |
| Ἀθῆναι (μετὰ Πειραιῶς καὶ περιχώρων) | 453.042 | 802.200 | 1.124.109 | 1.378.586 | 1.837.041 |
| Θεσσαλονίκη (μετὰ περιχώρων) | 174.390 | 251.254 | 278.145 | 297.164 | 377.026 |
| Πάτραι | 52.174 | 61.278 | 62.275 | 79.014 | 94.756 |
| Βόλος (μετὰ περιχώρων) | 30.046 | 47.892 | 54.919 | 65.090 | 67.314 |
Ἡ ἑλληνικὴ βιομηχανία δὲν εἶναι τόσον μεγάλη, ὥστε νὰ δικαιολογῆται ἐπαρκῶς τὸ μέγα ῥεῦμα τῆς ἀστυφιλίας, τὸ ὁποῖον παρατηρεῖται ἐν Ἑλλάδι. Ὑπάρχουσιν ἐπιπροσθέτως καὶ εἰδικοὶ λόγοι, οἵτινες αἰτιολογοῦσι τὸ ῥεῦμα τοῦτο. Οἱ λόγοι οὗτοι εἶναι οἱ ἑξῆς: 1) Ὁ τρόπος τῆς ζωῆς εἰς μίαν πόλιν ἑλληνικὴν διαφέρει ἀρκετὰ ἀπὸ τὸν τρόπον τῆς ζωῆς εἰς ἓν χωρίον. 2) Αἱ συγκοινωνίαι τοῦ χωρίου πρὸς τὰς πόλεις δὲν εἶναι πολὺ ἀνεπτυγμέναι. 3) Ἡ ὑγιεινὴ καὶ νοσοκομειακὴ περίθαλψις εἰς τὰ χωρία δὲν εἶναι πολὺ εὔκολος, λόγῳ τῶν συγκοινωνιακῶν δυσκολιῶν, ἐν συγκρίσει πρὸς ἐκείνην τῶν πόλεων. 4) Τὰ ἀνώτατα ἐκπαιδευτικὰ ἱδρύματα εἶναι συγκεντρωμένα εἰς δύο πόλεις τοῦ Κράτους.
Ἡ τάσις τῶν χωρικῶν νὰ ἐγκαθίστανται εἰς τὰ ἄστη θὰ ἦτο ἐπιβλαβὴς εἰς τὴν πολιτείαν καὶ τὸ σύνολον τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅταν ἐγκατελείποντο οἱ ἀγροὶ ἀκαλλιέργητοι καὶ ἐζητεῖτο ἡ εὕρεσις εἰς αὐτὰ ἐργασίας. Τοιοῦτον τι ὅμως δὲν συμβαίνει εἰς τὴν Ἑλλάδα. Οὐδεὶς ἀγρὸς δυνάμενος νὰ καλλιεργηθῇ, μένει ἀκαλλιέργητος δι’ ἔλλειψιν ἐργατικῶν χειρῶν. Ὅθεν τὸ φαινόμενον τῆς ἀστυφιλίας ἐν Ἑλλάδι ὀφείλεται κατὰ μέγα μέρος εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ὑπάρχοντες ἀγροὶ δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς διὰ νὰ ἀπασχολήσωσι τὰς διαθεσίμους πρὸς τοῦτο ἐργατικὰς χεῖρας τῆς ὑπαίθρου.
Αρχή ΚεφαλαίουΚατὰ τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1961 ὁ πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος ἀνῆλθεν εἰς 8.357.526 κατοίκους. Ὁ πληθυσμὸς τῆς χώρας ἡμῶν αὐξάνεται ἐτησίως περὶ τὰς 100.000 ψυχάς. Κατόπιν τῆς ἀνωτέρω διαπιστώσεως, προβλέπεται ὅτι μετὰ πάροδον ἐτῶν τινων (20-30 π.χ.) ὁ ἑλληνικὸς χῶρος δὲν θὰ εἶναι ἐπαρκὴς διὰ τὴν διατροφὴν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δέον νὰ σημειωθῇ, ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὸν μόνον νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐτησίως ἀναγκαία ποσότης τροφίμων καὶ ἄλλων βιοτικῶν ἀγαθῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχωσι δυνατότητες, ὅπως εὑρίσκῃ ἐργασίαν ὁλόκληρος ὁ δυνάμενος νὰ ἐργάζηται πληθυσμὸς. Καὶ εἰς μεγάλα ἀκόμη κράτη, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐτησίως περίσσειαν παραγωγῆς τροφίμων, ὥστε νὰ ἐξάγωσι ταῦτα εἰς τὸ ἐξωτερικόν, παρατηροῦνται δυσκολίαι εἰς τὴν εὕρεσιν ἐργασίας δι’ ὅλους τοὺς δυναμένους νὰ ἐργάζωνται πολίτας αὐτῶν. Τὸ πρόβλημα, τὸ μὲν τῆς ἐξευρεύσεως τῶν μέσων διαβιώσεως ἑνὸς λαοῦ, τὸ δὲ τῆς δυνατότητος ἐξευρέσεως ἐργασίας διὰ τοὺς δυναμένους νὰ ἐργάζωνται, ὀνομάζεται δημογραφικὸν πρόβλημα τοῦ λαοῦ τούτου.
Ἡ ὀξύτης τοῦ δημογραφικοῦ προβλήματος τῆς Ἑλλάδος ἐδημιούργήθη ἀπὸ τοῦ 1922-1923, εἰς ἠπιώτερον δὲ βαθμὸν παρατηρεῖται καὶ σήμερον. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι ὅτι κατ’ ἔτος πολλοὶ νέοι μεταναστεύουσιν εἰς ἄλλας χώρας ἢ προσπαθοῦσι νὰ μεταναστεύσωσι. Αἱ Κυβερνήσεις τῆς χώρας μας καταβάλλουσιν ἀπὸ τοῦ 1923 καὶ ἑξῆς συνεχεῖς καὶ ἐντόνους προσπαθείας, ὅπως ἀντιμετωπίσωσι τὸ δημογραφικὸν πρόβλημα τῆς Ἑλλάδος. Δέον νὰ σημειωθῇ ὅμως ὅτι τοιαῦτα προβλήματα δὲν λύονται ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην, ἀλλὰ ἀπαιτοῦσι, πρὸς ἐπιτυχῆ ἀντιμετώπισιν αὐτῶν, μακρὸν χρονικὸν διάστημα καὶ ἐντατικὴν καὶ συστηματικὴν προσπάθειαν. Διὰ τῆς κατασκευῆς ἀποξηραντικῶν καὶ ἀρδευτικῶν ἔργων, ἰδίως ἐν Μακεδονίᾳ καὶ τῆς χρησιμοποιήσεως λιπασμάτων καὶ μηχανικῶν μέσων καλλιεργείας, κατωρθώθη, ὥστε ἡ παραγωγὴ σίτου, ὄχι μόνον νὰ εἶναι ἐπαρκὴς διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ νὰ παρουσιάζῃ πλεόνασμα πρὸς ἐξαγωγήν. Ἡ παραγωγὴ ὅμως τῶν λοιπῶν δημητριακῶν παρουσιάζει ἔλλειμμα ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἐτησίως ἀπαιτούμενον ποσὸν τούτων διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ. Ὅμως τὸ πρόβλημα ἐπαρκοῦς ἐν Ἑλλάδι παραγωγῆς τροφίμων δὲν εἶναι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ καὶ ἐνδιαφέρει τὸν ἑλληνικὸν λαόν. Τοῦτο ἀποτελεῖ μέρος τοῦ ὅλου οἰκονομικοῦ προβλήματος τῆς χώρας μας. Ἡ αὔξησις τῆς γεωργικῆς καὶ κτηνοτροφικῆς παραγωγῆς καὶ ἡ δημιουργία βιομηχανίας, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παράγωνται ἐπαρκῆ οἰκονομικὰ ἀγαθὰ διὰ τὸν λαὸν καὶ νὰ εὑρίσκωσι ἐργασίαν οἱ μὴ ἔχοντες τοιαύτην, ἀπαιτοῦσι κεφάλαια. χρηματικὰ μεγάλα. Πρὸς καλυτέραν κατατόπισιν ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ προβλήματος τῆς Ἑλλάδος ἐπικαλούμεθα τὸν πίνακα τοῦ εἰσαγωγικοῦ ἐμπορίου τῆς χώρας ἡμῶν τοῦ ἔτους 1959. Κατὰ τοῦτον, ἐν ᾧ ἡ ἀξία ἐκ τῆς πωλήσεως ἑλληνικῶν προϊόντων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἦτο 6.127 ἑκατομμ. δραχμῶν, ἡ ἀξία τῶν εἰσαχθέντων εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορευμάτων ἦτο 17.009 ἑκατομμ. δραχ., ἤτοι ἔμεινεν ἔλλειμμα πρὸς πληρωμὴν 10.882 ἑκατομμ. δραχμῶν.
Ἡ ἐπίτευξις ἰσοζυγίου μεταξὺ τοῦ εἰσαγωγικοῦ καὶ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου εἶναι σημεῖον οἰκονομικῆς εὐεξίας ἑνὸς λαοῦ. Πέντε εἶναι κυρίως τὰ εἴδη τοῦ εἰσαγωγικοῦ ἐμπορίου τῆς χώρας μας, τὰ ὁποῖα ἐπιφέρουσι τὸ ἔλλειμμα ἔναντι τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου: 1) Τρόφιμα ἐν γένει. 2) Πετρελαιοειδῆ. 3) Χημικὰ προϊόντα. 4) Βιομηχανοποιημένα εἴδη. 5) Μηχανήματα καὶ μεταφορικὰ μέσα.
Πρὸς ἀντιμετώπισιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προερχομένου ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς ἀξίας τῶν εἰσαγωγῶν ἔναντι τῶν ἐξαγωγῶν, καταβάλλεται ὑπὸ τοῦ κράτους ἔντονος προσπάθεια, ἡ ὁποία ἀποβλέπει: 1) Εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς γεωργικῆς καὶ κτηνοτροφικῆς παραγωγῆς. 2) Εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας καὶ 3)εἰς τὴν ἀνάπτυξιν παντὸς οἰκονομικοῦ πόρου, ὅπως π.χ. εἶναι ἡ ἀνάπτυξις τῆς περιηγήσεως (κ. τουρισμοῦ), τῆς μορφώσεως τεχνικοῦ προσωπικοῦ, τῆς βελτιώσεως τῶν συγκοινωνιῶν, τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν ὑδατοπτώσεων διὰ τὴν παραγωγὴν ἐνεργείας κλπ. Μεταξὺ τῶν ἔργων τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι σπουδαῖα διὰ τὴν βιομηχανίαν, ἀναφέρομεν τὸ ἐργοστάσιον παραλαβῆς τοῦ ἀζώτου ἐκ τοῦ ἀτμοσφαιρικοῦ ἀέρος, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τὸ προπαρασκευαστικὸν στάδιον τῆς ἱδρύσεώς του (1961). Τὰ διυλιστήρια τοῦ πετρελαίου, τῶν ὁποίων ἡ λειτουργία ἤρχισεν ἤδη ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ 1958, προσφέρουσι σοβαρὰν συμβολὴν εἰς τὴν μείωσιν τοῦ ἐλλείμματος τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγωγῶν. Ἡ ἵδρυσις ὑψικαμίνου (παρὰ τὴν Ἐλευσῖνα) ὡς καὶ τὸ νέον βιομηχανικὸν συγκρότημα τῆς Θεσσαλονίκης θὰ συμβάλωσι πολὺ εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν τῆς χώρας μας. Διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς βαρείας βιομηχανίας καὶ τῆς βιομηχανίας χημικῶν προϊόντων, ὑπολογίζεται ὅτι ὁ ἑλληνικὸς χῶρος θὰ εἶναι ἐπαρκὴς νὰ παρέχῃ τὰ μέσα διαβιώσεως εἰς πολὺ περισσότερον πληθυσμὸν ἢ ὁ σημερινός.
Αρχή ΚεφαλαίουΠλήρη εἰκόνα ἑνὸς μικροῦ οἰκισμοῦ τῆς ἀρχαιότητος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν, διότι δὲν ὑπάρχουσιν ἐπαρκῆ τεκμήρια πρὸς τοῦτο. Ἡ ἵδρυσις τοῦ σημερινοῦ ἑλληνικοῦ χωρίου ἀνάγεται εἰς τὸ τέλος τῶν μεσαιωνικῶν χρόνων περίπου, ἡ δὲ φυσιογνωμία τούτου μαρτυρεῖ περὶ τοῦ βαθυτάτου θρησκευτικοῦ συναισθήματος τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ ἐκκλησία εἶναι τὸ μεγαλύτερον οἰκοδόμημα καὶ εὑρίσκεται εἰς τὸ πλέον ἐμφανὲς μέρος αὐτοῦ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀντικρύζει ὁ ἐπισκέπτης ἑνὸς χωρίου, ἀπὸ μακρὰν καὶ πρὶν ἀκόμη εἰσέλθη εἰς αὐτό, εἶναι ὁ θόλος καὶ τὸ κωδωνοστάσιον τῆς ἐκκλησίας, τὰ ὁποῖα ἐξέχουσιν ὅλων τῶν οἰκοδομημάτων. Τὸ σχολεῖον ἀποτελεῖ ἐπίσης διακριτικὸν γνώρισμα μεταξὺ τῶν οἰκιῶν τούτου καὶ αἱ κρῆναι ἢ τὰ πρὸς ὕδρευσιν φρέατα παρέχουσιν ἐνίοτε ἰδιαίτερον γνώρισμα εἰς αὐτό. Ῥυμοτομία ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲν ὑπάρχει. Ἡ μεγαλυτέρα ὁδός, χωρὶς νὰ εἶναι πάντοτε εὐθύγραμμος, διέρχεται συνήθως ἐγγὺς τῆς ἐκκλησίας καὶ τοῦ σχολείου. Εἰς τὰ κράσπεδα τοῦ χωρίου ὑπάρχουσι κῆποι, εἰς τοὺς ὁποίους καλλιεργοῦνται λαχανικά. Καὶ εἰς τὰ ὀρεινὰ ἀκόμη χωρία, κῆποι καὶ ἀμπελῶνες εὑρίσκονται ἐγγὺς αὐτῶν. Ὅπου τὸ ἔδαφος εἶναι πολὺ πετρῶδες, οἱ χωρικοὶ ἔχουσι κατορθώσει, δι’ ἐκχερσώσεως τῶν θάμνων, διὰ κατασκευῆς ἀναλημμάτων καὶ προσθήκης χώματος, νὰ μετατρέψωσι μέρος τοῦ πετρώδους ἐδάφους εἰς καλλιεργήσιμον. Αἱ οἰκίαι εἶναι ἐν γένει χαμηλαὶ καὶ αἱ στέγαι τούτων δὲν παρουσιάζουσι μεγάλην κλίσιν. Ἡ καθαρότης τῶν ὁδῶν καὶ τὸ λευκόν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, χρῶμα τῶν οἰκιῶν, ὀφειλόμενον εἰς τακτικὸν ἐπίχρισμα τούτων δι’ ἀσβέστου, ἥτις εἶναι λίαν ἀντισηπτική, προκαλοῦσιν εὐάρεστον συναίσθημα εἰς τὸν ἐπισκέπτην καὶ μαρτυροῦσι περὶ τῆς πολιτιστικῆς στάθμης τῶν χωρικῶν. Αἱ πλεῖσται τῶν οἰκιῶν ἔχουσι μικροὺς κήπους, ἔνθα καλλιεργοῦνται καλλωπιστικὰ φυτὰ καὶ ἄνθη, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλληνὶς τοῦ χωρίου περιποιεῖται μὲ ἰδιαίτερον ζῆλον. Εἶναι εὐνόητον ὅτι ὑπάρχουσι καὶ οἰκισμοί, τῶν ὁποίων αἱ οἰκίαι δὲν ἐπιχρίονται τακτικῶς δι’ ἀσβέστου. Ἰδιαιτέρως γραφικὰ εἶναι τὰ πάλλευκα χωρία τῶν νήσων καὶ τῶν πολὺ ὀρεινῶν περιοχῶν.
Πολὺ ἐνδιαφέρον παρουσιάζουσιν αἱ τοποθεσίαι ἐφ’ ὧν εἶναι ἐκτισμένα τὰ χωρία. Ἄλλα ἐκ τούτων εὑρίσκονται εἰς τὸ ὑψηλότερον μέρος τῆς περιοχῆς, ἄλλα εἰς τοὺς πρόποδας βουνῶν, ἄλλα εἰς ὑπηνέμους τόπους καὶ ἄλλα εἰς ἀπρόσιτα μέρη μακρὰν πάσης ὁδικῆς ἀρτηρίας. Ἡ ἐπιλογὴ τῆς τοποθεσίας ἔχει ἐπηρεασθῆ καὶ ἀπὸ τὸν χρόνον καθ’ ὃν ἐκτίσθησαν ταῦτα. Συνοικισμοί τινες ἱδρυθέντες ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ Τουρκοκρατίας, ἐκτίσθησαν εἰς ἀπρόσιτα μέρη, διὰ νὰ ἀποφεύγωνται αἱ λεηλασίαι ὑπὸ τῶν τουρκικῶν ἀποσπασμάτων. Γενικῶς ὅμως κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς τοποθεσίας πρὸς ἵδρυσιν οἰκισμοῦ τινος λαμβάνεται πρωτίστως ὑπ’ ὄψει ἡ δυνατότης ὑδρεύσεως τῶν κατοίκων. Αἱ γεωργικαί, αἱ ποιμενικαὶ καὶ αἱ δασικαὶ ἐνασχολήσεις τῶν χωρικῶν ἠνάγκασαν πολλοὺς ἐξ αὐτῶν νὰ ἱδρύσωσι μικροὺς οἰκισμούς, ἐξ ἐλαχίστων οἰκιῶν, εὑρισκομένους μακρὰν τῶν χωρίων ἢ ἀκόμη καὶ μεμονωμένους οἰκίσκους καὶ καλύβας (στάνη) διὰ τὴν προφύλαξιν τῶν ἰδίων καὶ τῶν ποιμνίων των ἐκ τῶν καιρικῶν μεταβολῶν. Τὸ ὁδικὸν δίκτυον, τὸ ὁποῖον συνδέει τὰ χωρία πρὸς τὰς κωμοπόλεις τῆς περιφερείας καὶ πρὸς τοὺς περὶ αὐτὰ μικροὺς οἰκισμούς, συνήθως δὲν εἶναι ἐπαρκὲς καὶ ἱκανοποιητικόν. Σὺν τῷ χρόνῳ ὅμως βελτιοῦται. Ἰδιαίτερον καὶ εὐχάριστον χρῶμα εἰς τὴν ἑλληνικὴν ὕπαιθρον παρέχει τὸ ἐξωκκλήσιον. Εἶναι καὶ τοῦτο τεκμήριον τοῦ βαθυτάτου θρησκευτικοῦ συναισθήματος, ὑφ’ οὗ διακατέχεται ὁ ἑλληνικὸς λαός.

Οὕτω καλοῦνται τὰ ὀνόματα τῶν οἰκισμῶν καὶ διαφόρων ἐν γένει περιοχῶν (χωρίων, πόλεων, λόφων, ἀγροτικῶν ἢ παραθαλασσίων περιοχῶν). Ταῦτα ἐδόθησαν εἰς παλαιοτάτην ἐποχήν. Σὺν τῇ παρόδῳ τοῦ χρόνου ἐγένοντο μετακινήσεις τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἐντὸς τοῦ ἑλληνικοῦ χώρου, ἰδίως ἀπὸ βορρᾶ πρὸς νότον, καὶ ἐπιδρομαὶ ἀλλοφύλων. Ἐκ τῶν γεγονότων τούτων ἐπῆλθε καὶ μεταβολὴ πολλῶν τοπωνυμίων. Ἄλλα τοπωνύμια ὀφείλονται εἰς οὐσιαστικὰ ὀνόματα, ἄλλα εἰς κύρια ὀνόματα καὶ ἄλλα εἰς ἱστορικὰ γεγονότα ἢ εἰς διαφόρους παραδόσεις. Τὸ ὄνομα, π.χ., τῆς πόλεως Ἄργος σημαίνει ἀναπεπταμένην πεδιάδα (προέρχεται πιθανῶς ἐκ τοῦ ἀγρός). Μνημονεύονται πολλαὶ πόλεις μὲ τὸ ὄνομα Ἄργος, ὅλαι ἐκτισμέναι ἐπὶ ἀνοικτοῦ πεδίου, ἡ ἀρχαιοτέρα τῶν ὁποίων κεῖται εἰς τὴν Μακεδονίαν (Ἄργος Ὀρεστικόν). Θεωρεῖται πιθανὸν ὅτι κάτοικοι τοῦ Ὀρεστικοῦ Ἄργους κατῆλθον εἰς Πελοπόννησον καὶ ἔκτισαν τὸ Ἄργος τῆς Ἀργολίδος. Τὸ οὐσιαστικὸν αἰγαὶ σημαίνει πηγὰς ὑδάτων. Παρὰ τὴν σημερινὴν Ἔδεσσαν, ὅπου ῥέουσιν ἄφθονα ὕδατα, ἔκειτο κατὰ τὴν ἀρχαίαν ἐποχὴν ἡ πόλις Αἰγαί, τῆς ὁποίας τὸ ὄνομα ἐδόθη, ὡς πιστεύεται, ἐκ τῶν ἐκεῖ ῥεόντων ὑδάτων. Ἔξωθι τῶν Ἀθηνῶν ὑπάρχει τὸ προάστειον Ψυχικόν, βορείως δὲ τούτου, παρὰ τὴν Ἑκάλην, κεῖται τὸ χωρίον Σταμάτα. Κατά τινα παράδοσιν, διηγοῦνται ὑπερηφάνως οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου τούτου, ὁ δρομεὺς ὅστις ἔσπευδε ν’ ἀναγγείλῃ εἰς τὰς Ἀθήνας τὴν νίκην τοῦ Μαραθῶνος, ἐσταμάτησεν εἰς τὸ μέρος ὅπου κεῖται τὸ χωρίον διὰ ν’ ἀναπαυθῇ ἐπ’ ὀλίγον. Ἐκ τοῦ περιστατικοῦ τούτου ἐδόθη εἰς τὸ χωρίον ἡ ὀνομασία Σταμάτα. Ὁ ἀνωτέρω δρομεύς, ἀφοῦ ἀνεπαύθη ἐπ’ ὀλίγον, ἀνεχώρησεν ἐσπευσμένως δι’ Ἀθήνας, καὶ ἔξωθι τῶν Ἀθηνῶν, συναντήσας τὰς Ἀρχὰς τῆς πόλεως, μόλις ἐπρόφθασε νὰ εἴπῃ τὴν λέξιν νενικήκαμεν, ἐξεψύχησεν. Ἐκ τοῦ περιστατικοῦ τούτου, ἡ ἀνωτέρω τοποθεσία ὠνομάσθη Ψυχικόν. Ἐκ τοῦ κυρίου ὀνόματος Λεωνίδας ὑπάρχει κωμόπολις Λεωνίδιον, καὶ ἐκ τοῦ μεγάλου Ἀλεξάνδρου ἔλαβον τὰ ὀνόματα ἡ Ἀλεξάνδρεια, ἡ Ἀλεξανδρέττα καὶ 70 περίπου ἀκόμη πόλεις ἱδρυθεῖσαι ὑπὸ τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου. Ἐκ τοῦ ὀνόματος Κολοκοτρώνης ὑπάρχει χωρίον εἰς τὴν Πελοπόννησον, Κολοκοτρωναίϊκα, ἐν ᾧ εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς Κύμης, ἐκ τῶν κυρίων ὀνομάτων Νικολιάνοι καὶ Μελετιάνοι, δύο χωρία ἔχουσι τὰ ὀνόματα Νικολιάνικα καὶ Μελετιάνικα ἀντιστοίχως. Ἡ χριστιανικὴ παράδοσις ἔσχε μεγάλην ἐπίδρασιν εἰς τὴν ὀνομασίαν πολλῶν ἑλληνικῶν χωρίων. Ἐνδεικτικῶς ἀναφέρομεν: Ἅγιος Ἰωάννης, Ἅγιος Πέτρος, Ἅγιοι Ἀπόστολοι κλπ. Μετὰ τὴν Μικρασιατικὴν καταστροφὴν τοῦ 1922 κατέφυγον εἰς τὴν Ἑλλάδα περίπου 1.500.000 Ἕλληνες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ Ἀνατολικῆς Θρᾴκης, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων τῶν ἐγκατασταθέντων αὐτόθι ἐκ τῆς ἠπειρωτικῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος ἀπὸ πολλῶν ἤδη αἰώνων. Οἱ Ἕλληνες οὗτοι ἔδοσαν εἰς τὰς ἱδρυθείσας ὑπ’ αὐτῶν πόλεις καὶ κωμοπόλεις τὰ ὀνόματα τῶν ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ καὶ Ἀνατ. Θρᾴκῃ ἐγκαταλειφθεισῶν κωμοπόλεων καὶ πόλεων ἢ προσέθεσαν εἰς ταῦτα τὴν λέξιν «Νέα». Οὕτω, ἱδρύθησαν πόλεις καὶ κωμοπόλεις ὑπὸ τὰ ὀνόματα Νέα Σμύρνη, Νέα Ἰωνία, Νέα Μάκρη, Νέα Φιλαδέλφεια, Νίκαια, Ταῦρος καὶ ἄλλαι.

Κατὰ τὴν σημερινὴν ἐποχὴν, ὅτε τὰ μέσα τῆς ἐπικοινωνίας μεταξὺ τῶν λαῶν ἔχουν βελτιωθῆ, πολλοὶ ἄνθρωποι, τῶν πόλεων ἰδίως, ἐπιθυμοῦσι νὰ διέρχωνται τὸν χρόνον τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν των εἰς ξένας χώρας, τὸ μὲν πρὸς ψυχαγωγίαν, τὸ δὲ πρὸς γνωριμίαν ξένων λαῶν καί, ὅπου τοῦτο εἶναι δυνατόν, πρὸς ἐπίσκεψιν ἀρχαιολογικῶν χώρων. Ὅλα τὰ πεπολιτισμένα κράτη προσπαθοῦσι νὰ ἀναπτύξωσι τὴν περιηγητικὴν (τουριστικὴν) κίνησιν τῆς χώρας των, διότι αὕτη ἀποτελεῖ πηγὴν πλούτου. Αἱ κυριώτεραι προϋποθέσεις διὰ τὴν προσέλκυσιν ξένων ἐπισκεπτῶν εἰς χώραν τινὰ εἶναι: 1) Καλὴ ὀργάνωσις τῶν περιηγήσεων καὶ ξεναγήσεων. 2) Καλὰ καὶ καθαρὰ ξενοδοχεῖα. 3) Καλοὶ δρόμοι καὶ ἄνετος ἐν γένει ταξιδιωτικὴ κίνησις. 4) Καλὴ συμπεριφορὰ καὶ πρόθυμος, εὐγενὴς καὶ ταχεῖα ἐξυπηρέτησις τῶν ἐπισκεπτῶν ὑπὸ τῶν πάσης φύσεως ἁρμοδίων. 5) Εὐγενὴς συμπεριφορὰ τοῦ λαοῦ ἀπέναντι τῶν ἐπισκεπτῶν. Ἡ Ἑλλὰς συγκεντρώνει ὅλα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγείρωσι τὸ ἐνδιαφέρον τῶν ξένων διὰ νὰ τὴν ἐπισκεφθῶσι: Κλίμα θαυμάσιον, μορφολογίαν καὶ ποικιλίαν τοῦ ἐδάφους ἐξαισίαν καί, τὸ σπουδαιότατον πάντων, τοὺς μοναδικοὺς ἐν τῷ κόσμῳ ἀρχαιολογικοὺς χώρους. Οἱ πόλεμοι τοῦ παρελθόντος καὶ ἡ ἔλλειψις συναφῶν κεφαλαίων δὲν ἐπέτρεψαν νὰ ὀργανωθῇ καλῶς ἡ περιηγητικὴ κίνησις τῆς χώρας ἡμῶν. Πρὸ ὀλίγων ὅμως ἐτῶν ἱδρύθη εἰδικὸς ὀργανισμὸς περιηγήσεως, ὑπὸ τὸ ὄνομα «Ἑλληνικὸς Ὀργανισμὸς Τουρισμοῦ», ὅστις σκοπὸν ἔχει νὰ προαγάγῃ τὴν περιηγητικὴν κίνησιν τῆς Ἑλλάδος. Ἡ προαγωγὴ αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἔτους εἰς τὸ ἄλλο. Ἐκ τοῦ παρατιθεμένου πίνακος τῆς περιηγητικῆς κινήσεως φαίνεται ὅτι ἡ περιηγητικὴ κίνησις τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ 1953 μέχρι τοῦ 1959 ἐδιπλασιάσθη. Ὁ διπλασιασμὸς οὗτος προέρχεται κατὰ μέγα μέρος ἐκ τοῦ ὅτι ὑπετιμήθη ἡ ἀξία τῆς δραχμῆς καὶ οὕτω ἡ ἐπίσκεψις τῆς χώρας διὰ τοὺς ξένους κατέστη εὐθηνοτέρα. Οἱ μεγάλοι ἀριθμοὶ περιηγητῶν εἰς τὰ ἄλλα εὐρωπαϊκὰ κράτη αἰτιολογοῦνται ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι αἱ ἀποστάσεις ἀπὸ τοῦ ἑνὸς γειτονικοῦ κράτους εἰς τὸ ἄλλο δὲν εἶναι μεγάλαι. Ἡ Ἑλλὰς ὅμως κεῖται εἰς τὸ ἄκρον τῆς Εὐρώπης, καὶ ἓν ταξίδιον Εὐρωπαίου πρὸς αὐτὴν εἶναι ἀκριβώτερον ἀπὸ ἓν ταξίδιον αὐτοῦ εἰς ἄλλην εὐρωπαϊκὴν χώραν. Παρὰ ταῦτα, ἡ Ἑλλὰς, χάρις εἰς τὸ κλίμα καὶ τοὺς ἀρχαιολογικούς της τόπους, δύναται νὰ καταστῇ ἐφάμιλλος πρὸς τὴν Ἰταλίαν, ἀπὸ ἐπόψεως περιηγητικῆς κινήσεως. Εἰς τὴν διαρκῆ μέριμναν ὅλων τῶν Ἑλλήνων ἀπόκειται νὰ ἀναπτύξωσι τὸν περιηγητισμόν, ὅστις τότε θὰ ἀποβῇ πηγὴ μεγάλου πλούτου διὰ τὴν χώραν ἡμῶν.
Ἀφίξεις περιηγητῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς χώρας τινὰς τῆς Εὐρώπης (1953-1956).
Εἰς χιλιάδας.
| Χῶραι | Ἔτη | |||
| 1953 | 1954 | 1955 | 1956 | |
| Ἑλλὰς | 158 | 178 | 208 | 218 |
| Βέλγιον | 883 | 981 | 1163 | - |
| Γιουγκοσλαβία | 232 | 321 | 485 | 394 |
| Δυτικὴ Γερμανία | 2759 | 3334 | 3968 | 4290 |
| Ἑλβετία | 3218 | 3434 | 3704 | 3831 |
| Ἰταλία | 7682 | 9328 | 10786 | 12655 |
Εἰς τοὺς περιηγητὰς τοῦ ἀνωτέρω πίνακος περιλαμβάνονται καὶ οἱ μετανάσται οἱ ἐπισκεπτόμενοι τὰς πατρίδας αὐτῶν, διὰ δὲ τὰ κράτη Γερμανίαν, Ἑλβετίαν καὶ Ἰταλίαν περιλαμβάνονται ἀκόμη καὶ οἱ διανυκτερεύοντες ἐπὶ 1 ἢ 2 ἡμέρας εἰς τὰς χώρας ταύτας.
Ἀφίξεις περιηγητῶν εἰς Ἑλλάδα κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη.
| Ἀφίξεις | 1957 | 1958 | 1959 |
| Σύνολον ἀφίξεων | 260280 | 276593 | 339970 |
| Ἀφίξεις περιηγητῶν ἐκτὸς τῶν ἐρχομένων καθ’ ὁμάδας περίπλου. | 221984 | 227336 | 278147 |
Ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων τὸ ἄγονον ἔδαφος τῆς ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδος δὲν ἦτο ἐπαρκὲς διὰ τὴν διατροφὴν τοῦ αὐξανομένου πληθυσμοῦ αὐτῆς. Μετὰ τὴν Ἀργοναυτικὴν ἐκστρατείαν καὶ τὸν Τρωϊκὸν πόλεμον συνεχίσθη, ὡς γνωστόν, ἡ ἵδρυσις πολυαρίθμων ἑλληνικῶν ἀποικιῶν ἀπὸ τῶν παραλίων τοῦ Εὐξείνου Πόντου μέχρι τῶν Ἡρακλείων Στηλῶν (Γιβραλτάρ). Ὁλόκληρος ὁ περὶ τὴν Μεσόγειον θάλασσαν χῶρος μετεβλήθη εἰς ἑλληνικὸν ζωτικὸν χῶρον. Ὅταν ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος κατέλυσε τὴν Περσικὴν Αὐτοκρατορίαν, οἱ περισσότεροι νέοι τῆς Ἑλλάδος ἐτρέποντο πρὸς τὴν ἐν Ἀσίᾳ καὶ Ἀφρικὴν Ἑλληνικὴν Αὐτοκρατορίαν, ὅπου αἱ δυνατότητες διαβιώσεως ἦσαν πολλαὶ, λόγῳ τοῦ πλούτου τῶν χωρῶν ἐκείνων. Κατὰ τὸν χιλιετῆ βίον τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας ὑπῆρχον Ἕλληνες εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου. Ἀπὸ τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑπὸ τῶν Τούρκων σημειοῦται μέγα ῥεῦμα μεταναστεύσεως τῶν λογίων ἀνδρῶν, τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν ναυτικῶν τοῦ Βυζαντίου πρὸς τὴν Δύσιν. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν ἐκ τοῦ τουρκικοῦ ζυγοῦ, ὁ πληθυσμὸς τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος ἤρχισε νὰ αὐξάνεται καὶ αἱ δυνατότητες διατροφῆς τοῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας ἐγίνοντο ὁσημέραι μικρότεραι. Ὅθεν προέκυψεν ἡ ἀνάγκη τοῦ ἐκπατρισμοῦ πολλῶν νέων πρὸς εὕρεσιν ἐργασίας εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἡ Τεργέστη, ἡ Ῥουμανία, ἡ Ῥωσσία καὶ ἡ Αἴγυπτος ἐδέχθησαν πολλοὺς Ἕλληνας μετανάστας. Ἡ βελτίωσις τῶν συνθηκῶν ἐπικοινωνίας μὲ τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς, κατόπιν τῆς ἐπινοήσεως τῆς ἀτμομηχανῆς, ἔστρεψε τὸ μεταναστευτικὸν ῥεῦμα τῶν Ἑλλήνων πρὸς αὐτάς. Ἀπὸ τοῦ 1824 μέχρι τοῦ 1932 μετηνάστευσαν ἐκεῖ 448.015 Ἕλληνες, ἐν ᾧ οἱ εἰς ἄλλας χώρας τῆς Ὑδρογείου μεταναστεύσαντες ἦσαν πολὺ ὀλιγώτεροι. Ἀπὸ τοῦ 1824 μέχρι τοῦ 1890 ἡ μεταναστευτικὴ κίνησις τῶν Ἑλλήνων πρὸς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς δὲν ἦτο σημαντική. Ἀπὸ τοῦ ἔτους ὅμως τούτου μέχρι τοῦ 1917 ἡ μετανάστευσις πρὸς τὰ ἐκεῖ ἔλαβε μεγάλην ἔκτασιν. Ὑπολογίζεται ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο μετηνάστευσαν αὐτόθι 300.000 Ἕλληνες, ἤτοι τὸ ἓν δέκατον περίπου τοῦ τότε πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος. Ὁ μεγαλύτερος ἀριθμὸς μεταναστῶν ἐσημειώθη κατὰ τὰ ἔτη 1907, 1914 καὶ 1922 μὲ 36.580, 35.832, 36.501 μετανάστας ἀντιστοίχως. Πολλοὶ ἐκ τῶν μεταναστῶν ἐπανήρχοντο εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὁ ἀριθμὸς δὲ τῶν ἐπανερχομένων εἰς τὴν πατρίδα των Ἑλλήνων ἐξ Ἀμερικῆς ἀνήρχετο εἰς τὰ 50% περίπου τῶν μεταναστευόντων. Ὁ μεγαλύτερος ἀριθμὸς ἐπανακαμψάντων εἰς τὴν Ἑλλάδα Ἑλλήνων ἐξ Ἀμερικῆς ἐσημειώθη κατὰ τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους (1912-1913), ὅτε προσῆλθον μετὰ μεγάλου ἐνθουσιασμοῦ ὑπὸ τὰς σημαίας τοῦ μαχομένου ἑλληνικοῦ στρατοῦ 30.603 Ἕλληνες στρατεύσιμοι ἐκ τῶν ἐν Ἀμερικῇ μεταναστῶν. Τοῦτο ἀποτελεῖ ἀξιοσημείωτον παράδειγμα ἀγάπης πρὸς τὴν πατρίδα του, τοῦ ἐν τῇ ξένῃ διαβιοῦντος Ἑλληνισμοῦ.
Ἡ μετανάστευσις τῶν Ἑλλήνων κατὰ τὰ ἔτη 1958 καὶ 1959 ἔχει ὡς κάτωθι:
| Μετανάστευσις | 1958 | 1959 | ||||
| Μονίμως μεταναστεύσαντες | Σύνολον 29.787 | Ἄρρενες 19.554 | Θήλεις 10.233 | Σύνολον 35.349 | Ἄρρενες 23.158 | Θήλεις 13.191 |
| Προσωρινῶς μεταναστεύσαντες δι’ εὕρεσιν ἐργασίας. | 16.287 | 16.205 | 82 | 19.999 | 19.829 | 170 |
Πολλοὶ ἐκ τῶν Ἑλλήνων μεναναστῶν ἐπισκέπτονται κατ’ ἔτος τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀποστέλλουσι τακτικῶς χρηματικὰ ἐμβάσματα εἰς τοὺς οἰκείους των. Πλούσιοι Ἕλληνες τοῦ ἐξωτερικοῦ διέθεσαν τὰς περιουσίας των εἰς τὴν πατρίδα των διὰ διαφόρους πολιτιστικοὺς καὶ ἀνθρωπιστικοὺς σκοπούς. Ἡ Ἀκαδημία, ἡ Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη, ἡ Ῥιζάρειος Σχολή, τὸ Ἀρσάκειον καὶ πολλὰ μεγάλα νοσοκομεῖα ἱδρύθησαν χάρις εἰς τὰς δωρεὰς τῶν Ἑλλήνων τοῦ ἐξωτερικοῦ (Ἀβέρωφ, Σίνας, Τοσίτσας, Ἀρσάκης, Συγγρὸς καὶ ἄλλοι).
Ἐκ τῶν Ἑλλήνων μεταναστῶν οἱ περισσότεροι εὑρίσκονται εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς. Οὗτοι ἀνήκουσιν εἰς δύο μεγάλους συλλόγους, οἵτινες φέρουσι τὰ ὀνόματα Ἀχέπα καὶ Γκάπα. Οἱ σύλλογοι οὗτοι ὀργανοῦσι κατ’ ἔτος ἐκδρομὰς τῶν ὁμογενῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἔχουσι προσφέρει ἀρκετὰ χρηματικὰ ποσὰ διὰ τὴν ἰδρυσιν μεγάλων νοσοκομείων. Ἀλλὰ καὶ πολλοὶ μετανάσται μεμονωμένως ἐκδηλοῦσι τὴν ἀγάπην αὐτῶν πρὸς τὴν πατρίδα των διὰ τῆς ἀνεγέρσεως ἐκκλησιῶν καὶ σχολείων εἰς τὰ χωρία καὶ τὰς πόλεις ἐξ ὧν οὗτοι κατάγονται.
Αρχή ΚεφαλαίουἩ θρησκεία. Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς κατὰ τὸ μέγιστον αὐτοῦ μέρος ἀνήκει εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Χριστιανικὴν Ἐκκλησίαν, τῆς ὁποίας ἀνώτατος ἀρχηγὸς εἶναι ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Ἡ ἐκκλησία τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος διοικεῖται ὑπὸ τῆς ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος, ἥτις συγκροτεῖται ὑφ’ ὅλων τῶν μητροπολιτῶν τῆς χώρας μας ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος. Ἡ μόνιμος διοίκησις τῆς ἐκκλησίας μας ἀσκεῖται ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἧς προΐσταται ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν. Ταύτην ἀπαρτίζει μικρὸς ἀριθμὸς μητροπολιτῶν. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος διοικεῖ τὴν ἐκκλησίαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἱερῶν κανόνων, τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν συναφῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων. Εἰς τὰς Κυκλάδας νήσους ὑπάρχουσι ὀλίγοι Ἕλληνες καθολικοί. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης ὑπάγεται εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον.
Ἡ ἐπίδρασις τῆς χριστιανικῆς ἡμῶν θρησκείας εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ πνευματικοῦ πολιτισμοῦ τῆς χώρας εἶναι μεγάλη. Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς κατευθύνεται ὑπὸ τοῦ ἰδεώδους τοῦ ἑλληνοχριστιανικοῦ πολιτισμοῦ. Ὁ συγκερασμὸς τῆς κληρονομίας τῶν ἀρχαίων ἡμῶν προγόνων πρὸς τὰ διδάγματα τῆς χριστιανικῆς μας πίστεως ἀποτελεῖ τὸ βάθρον πάσης πολιτικῆς, κοινωνικῆς καὶ πολιτιστικῆς ἐκδηλώσεως τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους.
Ἡ παιδεία. Ἡ ἐπιστήμη. Ἡ τέχνη. Ἡ παιδεία διακρίνεται εἰς Στοιχειώδη, Μέσην καὶ Ἀνωτάτην. Ἡ στοιχειώδης διαρκεῖ 6 ἔτη καὶ εἶναι ὑποχρεωτικὴ δι’ ὅλους τοὺς ἑλληνόπαιδας. Ἡ Μέση διαρκεῖ ἐπίσης 6 ἔτη, εἶναι δὲ αὕτη, ὡς καὶ ἡ Ἀνωτάτη, προαιρετική. Εἰς τὴν Μέσην Παιδείαν περιλαμβάνονται τὰ γυμνάσια. Εἰς τὴν Ἀνωτάτην Παιδείαν περιλαμβάνονται τὰ Πανεπιστήμια Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης, τὸ Πολυτεχνεῖον Ἀθηνῶν καὶ ἡ Πολυτεχνικὴ Σχολὴ τῆς Θεσσαλονίκης, ἥτις εἶναι τμῆμα τοῦ αὐτόθι Πανεπιστημίου, ἡ Ἀνωτάτη Σχολὴ Οἰκονομικῶν καὶ Ἐμπορικῶν Ἐπιστημῶν καὶ ἡ Πάντειος λεγομένη Σχολὴ Πολιτικῶν Ἐπιστημῶν. Διὰ τὰς καλὰς τέχνας λειτουργεῖ ἐν Ἀθήναις ἡ κρατικὴ Ἀνωτάτη Σχολὴ Καλῶν Τεχνῶν (ζωγραφικὴ-γλυπτική), ἐν ᾧ τὰ ᾠδεῖα εἶναι ἰδιωτικοὶ ὀργανισμοὶ παρέχοντες τὴν μουσικὴν μόρφωσιν. Ἡ μέση καὶ στοιχειώδης ἐπαγγελματικὴ μόρφωσις παρέχεται ὑπὸ τῶν ἐπαγγελματικῶν σχολῶν, πολλαὶ τῶν ὁποίων λειτουργοῦσι κατὰ τὰς ἑσπερινὰς ὥρας. Λειτουργοῦσιν ἐπίσης καὶ ὀλίγαι σχολαὶ θεάτρου, σκοποῦσαι τὴν μόρφωσιν τῶν ἠθοποιῶν. Τὸ ἀνώτατον πνευματικὸν ἵδρυμα τῆς χώρας εἶναι ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν. Ἡ ἐκπαίδευσις τῶν μελλόντων ἀξιωματικῶν τῆς χώρας μας γίνεται εἰς τὰς σχολὰς Εὐελπίδων, Ναυτικῶν Δοκίμων καὶ Ἰκάρων (στρατοῦ ξηρᾶς, θαλάσσης καὶ ἀέρος ἀντιστοίχως).
Ἡ ἑλληνικὴ παιδεία.
| Ἡ Δημοτικὴ Ἐκπαίδευσις (1959). | |||||
| Δημοτικὰ σχολεῖα ἡμερήσια | Ἀριθμὸς μαθητῶν | ||||
| Δημόσια 8956 | Μὴ δημόσια 757 | Σύνολον 9713 | Εἰς δημόσια 861750 | Μὴ δημόσια 60794 | Σύνολον 922544 |
Ἡ Μέση Ἐκπαίδευσις
| Γυμνάσια Ἡμερ. | Νυκτ. Γυμνάσια | Ἐμπ. Σχολαὶ (Οἰκ. Γυμ.) | |||||
| Δημόσια | Μὴ δημ. | Δημ. | Μὴ δημ. | Δημόσιαι | Μὴ δημ. | Σύνολον | |
| α. Σχολεῖα | 307 | 198 | 26 | 40 | 40 | 2 | 613 |
| β. Μαθηταὶ | 184939 | 30525 | 9915 | 7127 | 7830 | 548 | 240884 |
Ἡ Ἀνωτάτη Ἐκπαίδευσις (1959)
| Ἄρρενες | Θήλεις | Σύνολον | |
| Φοιτηταὶ | 18821 | 6075 | 24896 |
Ἡ κοινωνικὴ πρόνοια. Ἡ ὑγεία τῶν πολιτῶν, ἡ μόρφωσις αὐτῶν καὶ ἡ παροχὴ δυνατότητος ἐργασίας περιλαμβάνονται εἰς τὰς πολλαπλᾶς ὑποχρεώσεις τῆς πολιτείας ἔναντι αὐτῶν. Αἱ σχέσεις μεταξὺ ἐργοδότου καὶ ἐργαζομένου ἔχουσι διὰ σειρᾶς νομοθετικῶν μέτρων ῥυθμισθῆ, ὥστε νὰ μὴ γίνεται ἐκμετάλλευσις τῶν ἐργαζομένων ὑπὸ τῶν ἐργοδοτῶν ἢ τῶν ἐργοδοτῶν ὑπὸ τῶν ἐργαζομένων. Εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τῆς χώρας ἐν γένει παρέχεται ὑγειονομικὴ περίθαλψις καὶ σύνταξις μετὰ τὴν συμπλήρωσιν ὡρισμένου χρόνου εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Διὰ τοὺς ἐργαζομένους εἰς ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις λειτουργεῖ τὸ Ἵδρυμα τῶν Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων, τὸ ὁποῖον παρέχει ὑγειονομικὴν περίθαλψιν καὶ συντάξεις εἰς τοὺς εἰς αὐτὸ ἠσφαλισμένους. Ἀνάλογον ἵδρυμα, ὑπὸ τὸ ὅνομα Ὀργανισμὸς Γεωργικῶν Ἀσφαλίσεων (Ο.Γ.Α.), ἱδρύθη κατὰ τὸ 1961 καὶ ἔχει σκοπὸν ὅπως παρέχῃ εἰς τοὺς ἀγρότας ὑγειονομικὴν περίθαλψιν καὶ σύνταξιν.
Τὸ Ὑπουργεῖον Προνοίας καὶ Ὑγιεινῆς κατευθύνει τὸ ἔργον τῆς κοινωνικῆς προνοίας διὰ τῶν πολλαπλῶν αὐτοῦ ὑπηρεσιῶν, τῶν ὁποίων ἡ δραστηριότης ἐξικνεῖται μέχρι τῶν ἀπωτάτων χωρίων τῆς Ἑλλάδος.
Ἡ πολιτεία. Τὴν ἀνωτάτην ἐξουσίαν τοῦ κράτους ἀσκεῖ, κατὰ τὸ Σύνταγμα τῶν Ἑλλήνων, ὁ Βασιλεύς, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχει παρασχεθῆ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τὴν Κυβέρνησιν καὶ συγκαλεῖν καὶ διαλύειν τὴν Βουλήν. Τὴν εὐθύνην τῶν πράξεων τοῦ Βασιλέως φέρει, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ψηφίζεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἀσκεῖ τὴν ὅλην διοίκησιν τοῦ κράτους. Δι’ ἐκλογῶν ἐνεργουμένων κατὰ τετραετίαν ἐκλέγεται ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων. Ὁ Βασιλεὺς ἀναθέτει τὴν κυβέρνησιν τῆς χώρας εἰς τὸ πλειονοψηφίσαν κατὰ τὰς ἐκλογὰς κόμμα. Οἱ δῆμοι καὶ αἱ κοινότητες ἐκλέγουσι τοὺς ἄρχοντας αὐτῶν ἐπίσης κατὰ τετραετίαν. Τὸ Σύνταγμα τῆς χώρας,προστατεύει τὴν πολιτικὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν, τὴν θρησκείαν, τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν γλῶσσαν, τὴν ἀπονομὴν δικαιοσύνης καὶ μεριμνᾷ διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῶν πολιτῶν καὶ τὴν ἐν γένει χρηστὴν διοίκησιν τῆς Πολιτείας.
Αρχή ΚεφαλαίουὉ πρῶτος κυβερνήτης τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας, εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσῃ, ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς ἀναλήψεως τῆς διακυβερνήσεως τῆς χώρας ὑπ’ αὐτοῦ, πολὺ μεγάλας δυσκολίας. Ὀργάνωσις τοῦ κράτους δὲν ὑπῆρχε, οἱ δρόμοι καὶ οἱ λιμένες ἦσαν πρωτόγονοι, βιομηχανία δὲν ὑπῆρχε, ἡ δὲ γεωργία, ἡ κτηνοτροφία καὶ ἡ ἁλιεία ἐγίνοντο κατὰ πρωτόγονον τρόπον. Παρὰ ταῦτα ἐτέθησαν ὑπ’ αὐτοῦ, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, καὶ αἱ βάσεις τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας. Αἱ μετέπειτα κυβερνήσεις κατώρθωσαν, μετὰ μακρὰς καὶ ἐπιμόνους προσπαθείας, νὰ δημιουργήσωσι κράτος εὐνομούμενον καὶ μὲ ἱκανοποιητικὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας. Διὰ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς ἑλληνικῆς Μακεδονίας καὶ Θρᾴκης, ὡς καὶ τῆς Κρήτης καὶ τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου πελάγους ἐκ τοῦ τουρκικοῦ ζυγοῦ (πόλεμοι 1912-1913, 1916-1922, 1940-1941) ηὐξήθη ἡ ἔκτασις καὶ ὁ πληθυσμὸς τοῦ ἐλευθέρου κράτους καὶ ἐδημιουργήθη ἡ ἀνάγκη περαιτέρω ἀναπτύξεως τῆς οἰκονομίας τῆς χώρας μας. Οὕτω ἀπεξηράνθησαν